Η Starbucks στην Ελλάδα δραστηριοποιείται μέσω της Μαρινόπουλος Εταιρεία Καφέ, θυγατρικής του ομίλου Μαρινόπουλος, και τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει μια εικόνα έντονων αντιθέσεων. Από τη μία πλευρά εμφανίζει αύξηση του κύκλου εργασιών και μια λειτουργική δραστηριότητα που παραμένει ζωντανή και ενεργή στην αγορά, και από την άλλη ένα βαρύ χρηματοοικονομικό αποτύπωμα, το οποίο εξακολουθεί να πιέζει τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.
Η ελληνική αγορά καφέ παραμένει ιδιαίτερα ανταγωνιστική, ωστόσο το διεθνές brand Starbucks εξακολουθεί να διατηρεί αναγνωρισιμότητα και πιστό κοινό. Το γεγονός αυτό αποτυπώνεται και στις οικονομικές επιδόσεις της εταιρείας, καθώς οι πωλήσεις καταγράφουν ανοδική πορεία, παρά τις γενικότερες προκλήσεις στο κόστος λειτουργίας και στη χρηματοδότηση.
Διατηρεί ισχυρή δυναμική το brand Starbucks
Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις που είδαν το φως της δημοσιότητας στο κατώφλι του 2026, ο κύκλος εργασιών της εταιρείας κινείται αυξητικά, επιβεβαιώνοντας ότι το brand Starbucks εξακολουθεί να έχει ισχυρή παρουσία στην ελληνική αγορά καφέ. Η δυναμική αυτή προέρχεται τόσο από τα φυσικά καταστήματα όσο και από τη συνολική διεύρυνση και ωρίμανση του δικτύου. Ειδικότερα ο τζίρος έφτασε τα 26,42 εκατομμύρια το 2024 από 25,83 εκατομμύρια ευρώ, ενώ η εταιρεία είχε ζημιές που άγγιξαν τις 795 χιλιάδες ευρώ από κέρδη 429,5 χιλιάδες ευρώ τη χρονιά που είχε προηγηθεί.
Σήμερα, η Starbucks στην Ελλάδα διατηρεί περίπου 30 καταστήματα καφεστίασης σε διαφορετικές περιοχές της χώρας, από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη έως τουριστικούς προορισμούς όπως η Μύκονος και το Ηράκλειο της Κρήτης. Η γεωγραφική διασπορά του δικτύου προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένης τουριστικής κίνησης.
Το 2025 εκτιμάται ότι η εταιρεία κατάφερε να ενισχύσει περαιτέρω τις οικονομικές της επιδόσεις σε επίπεδο τζίρου και λειτουργικής κερδοφορίας, κυρίως λόγω των βελτιωμένων πωλήσεων στα καταστήματα Starbucks. Με βάση τις επιδόσεις του δεκαμήνου, ο τζίρος εμφανίζεται αυξημένος κατά περίπου 8%, ένδειξη ότι η καταναλωτική ζήτηση παραμένει ανθεκτική.
Παράλληλα, η εταιρεία έχει θέσει στο επίκεντρο και την αναστολή των νομικών ενεργειών εις βάρος της από πλευράς των τραπεζών, σε σχέση με τις υφιστάμενες οφειλές της, επιδιώκοντας να κερδίσει χρόνο για την αναδιάρθρωση των οικονομικών της υποχρεώσεων.
Βραχυπρόθεσμα 32 εκατομμυριών ευρώ
Ο βασικός λόγος για τον οποίο η εταιρεία, παρά την αύξηση του κύκλου εργασιών, δεν καταφέρνει να περάσει σε ουσιαστική βελτίωση της κερδοφορίας της, είναι ο υψηλός δανεισμός. Οι δανειακές υποχρεώσεις παραμένουν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα τα χρηματοοικονομικά έξοδα να απορροφούν σημαντικό μέρος των λειτουργικών αποτελεσμάτων. Στο τέλος του 2024, ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός της εταιρείας ανήλθε σε 31,78 εκατομμύρια ευρώ, αυξημένος σε σχέση με τα 28,5 εκατομμύρια ευρώ της προηγούμενης χρήσης. Ταυτόχρονα, η Starbucks στην Ελλάδα συνεχίζει να μην εξυπηρετεί με συνέπεια τους όρους των υφιστάμενων δανείων της, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις.
Παρά το θετικό EBITDA σε επίπεδο λειτουργίας, η εταιρεία εξακολουθεί να καταγράφει ζημίες σε καθαρό επίπεδο, κάτι που αποτυπώνεται και στη διατήρηση αρνητικών ιδίων κεφαλαίων. Ιδιαίτερα ανησυχητικό στοιχείο αποτελεί η συσσώρευση ζημιών εις νέον, οι οποίες δεν έχουν μέχρι σήμερα αντιμετωπιστεί μέσω ενός αποτελεσματικού και ολοκληρωμένου σχεδίου εξυγίανσης.
Συσσωρευμένες ζημιές στα 75 εκατομμύρια ευρώ
Στην πράξη, οι συνολικές ζημίες που έχει συγκεντρώσει διαχρονικά η Μαρινόπουλος-Starbucks αγγίζουν τα 74,5 εκατομμύρια ευρώ. Η καθαρή θέση παραμένει αρνητική, ενώ το κυκλοφορούν ενεργητικό υπολείπεται σημαντικά των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων, δημιουργώντας μόνιμες πιέσεις στη ρευστότητα.
Η διοίκηση της εταιρείας υπό την οικογένεια Μαρινόπουλου, φαίνεται ότι έχει αναγνωρίζει το πρόβλημα που υφίσταται. Γι’ αυτό και κάνει λόγο για συνεχιζόμενες προσπάθειες αναδιάρθρωσης των δανειακών υποχρεώσεων και διαπραγματεύσεις με τις πιστώτριες τράπεζες. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει προκύψει μια λύση που να οδηγεί σε ουσιαστική εξυγίανση του ισολογισμού.
Συνολικά, η περίπτωση της Starbucks στην Ελλάδα αναδεικνύει ένα γνώριμο μοτίβο της αγοράς: ισχυρό εμπορικό σήμα και αύξηση εσόδων δεν αρκούν από μόνα τους, όταν ο υψηλός δανεισμός και οι συσσωρευμένες ζημίες περιορίζουν τη δυνατότητα της επιχείρησης να περάσει σε μια βιώσιμη, μακροπρόθεσμη πορεία. Χωρίς μια πιο αποφασιστική λύση στο μέτωπο της κεφαλαιακής ενίσχυσης και της αναδιάρθρωσης, τα διαρθρωτικά προβλήματα παραμένουν ανοιχτά.



