Οι «μπλοκαρισμένες» θαλάσσιες μεταφορές και οι καθυστερήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα λόγω του πολέμου στο Ιράν, επανέρχονται ως παράγοντας κόστους και ανατιμήσεων, με τις επιχειρήσεις να προειδοποιούν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην άμεση απώλεια χρόνου, αλλά δημιουργεί ένα ντόμινο παράπλευρων επιπτώσεων. Οι κυριότερες επιπτώσεις σύμφωνα με τον πρόεδρο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Αλκιβιάδη Καλαμπόκη, ξεκινούν από αύξηση ναύλων και ασφαλίστρων έως ελλείψεις σε εμπορευματοκιβώτια, που τελικά ανεβάζουν το κόστος των διακινούμενων προϊόντων στην αγορά. Όπως σκιαγραφεί χαρακτηριστικά χαρακτηριστικά το τοπίο ο κύριος Καλαμπόκης, όταν φορτία «μπλοκάρονται» στα Στενά του Ορμούζ, καθυστερεί η παράδοσή τους και όσο επιμηκύνεται η μεταφορική περίοδος, αυξάνεται το μεταφορικό κόστος.
Ταυτόχρονα, ο ίδιος επισημαίνει ότι λείπουν κοντέινερ από το μεταφορικό έργο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται έλλειψη, και όταν δημιουργείται έλλειψη «το προϊόν καθίσταται ακριβότερο», όπως σημειώνει, θυμίζοντας αντίστοιχες πιέσεις που είχαν καταγραφεί σε προηγούμενες κρίσεις, όπως στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Επιβαρύνσεις στα ασφάλιστρα
Στο ίδιο πλαίσιο, κάνει λόγο για επιπλέον επιβαρύνσεις από τα ασφάλιστρα, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο οι διαταραχές σε κρίσιμες θαλάσσιες οδούς μεταφέρονται στις τιμές ενέργειας και πρώτων υλών. Πέρα από τους ναύλους και τα ασφάλιστρα, η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, όπως υπογραμμίζει, μπορεί να επηρεάσει πολλαπλά την ελληνική βιομηχανία, τόσο ως προς το ενεργειακό κόστος όσο και ως προς το κόστος πρώτων υλών που συνδέονται με το πετρέλαιο, όπως τα πλαστικά. Η επίπτωση αυτή έχει διπλή ανάγνωση. Αφενός, δημιουργεί πληθωριστική πίεση στην εσωτερική αγορά και επιβάρυνση του καταναλωτή, αφετέρου, απώλεια ανταγωνιστικότητας για τα ελληνικά προϊόντα στο εξωτερικό έναντι παραγωγών που δεν επηρεάζονται στον ίδιο βαθμό από τις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Προσωρινηήεπιβράδυνση των εξαγωγών λόγω πολέμου
Η εξωστρέφεια των ελληνικών επιχειρήσεων προς τη Μέση Ανατολή και ειδικά προς τις αραβικές αγορές βρίσκεται στο επίκεντρο, καθώς όπως αναφέρει ο πρόεδρος των εξαγωγέων, παρατηρείται μια «προσωρινή παύση» στο κομμάτι των εξαγωγών για 8-9 χώρες με τις οποίες υφίστανται εμπορικές συναλλαγές στην ευρύτερη περιοχή. Με βάση τα στοιχεία του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων για το 2025, οι πωλήσεις προς αυτές τις χώρες ανέρχονται συνολικά σε 2,922 δισ. ευρώ. Πρώτη χώρα είναι ο Λίβανος με 1,16 δισ. ευρώ, όπου το 95,5% αφορά πετρελαιοειδή. Δεύτερη χώρα είναι το Ισραήλ με 996,4 εκατ. ευρώ και τρίτη τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με 351,8 εκατ. ευρώ. Ακολουθεί η Σαουδική Αραβία με 291,1 εκατ. ευρώ, ενώ μικρότερα μεγέθη εμφανίζουν το Κατάρ με 61,9 εκατ. ευρώ, το Κουβέιτ με 30,3 εκατ. ευρώ, το Ιράν με 13,5 εκατ. ευρώ και το Μπαχρέιν με 11,1 εκατ. ευρώ. Στην ίδια αποτύπωση γίνεται εμφανές ότι ο άξονας του ελληνικού εξαγωγικού εμπορίου διαμορφώνεται γύρω από τρεις μεγάλες ζώνες. Την Κεντρική Ευρώπη, την Αμερική και τη Μέση Ανατολή, με την Αμερική να αποδίδει το 2025 εξαγωγές 2,411 δισ. ευρώ.
Ανοδική η τάση εξαγωγών στη Μέση Ανατολή, μία περιοχή που δεν μπορεί να υποτιμηθεί
Το συμπέρασμα ως προς τη Μέση Ανατολή είναι ότι, ακόμη κι αν κάποιες χώρες έχουν μικρότερη συμμετοχή, η περιοχή συνολικά δεν μπορεί να υποτιμηθεί, ειδικά από τη στιγμή που η ελληνική παρουσία ενισχύθηκε τα τελευταία χρόνια, αξιοποιώντας το φιλικό κλίμα των αραβικών αγορών και την αυξημένη ζήτηση για αγροδιατροφικά προϊόντα, όπως ελαιόλαδο, ελιές, φρούτα, γιαούρτι και φέτα.
Ενδεικτική για το ειδικό βάρος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων είναι η εικόνα που δίνει το «Quick Report» του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων για την περίοδο 2020-2024. Το 2024 οι ελληνικές εξαγωγές προς τα ΗΑΕ ανήλθαν σε 368,23 εκατ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν σε 108,16 εκατ. ευρώ, αφήνοντας εμπορικό πλεόνασμα 260,07 εκατ. ευρώ. Το 2023, αντίθετα, οι εισαγωγές είχαν εκτιναχθεί στα 374,06 εκατ. ευρώ, με τις εξαγωγές στα 395,11 εκατ. ευρώ, περιορίζοντας τότε το πλεόνασμα στα 21,05 εκατ. ευρώ. Σε μερίδια επί των συνολικών ελληνικών ροών, τα ΗΑΕ αντιστοιχούν το 2024 στο 0,75% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών και στο 0,13% των συνολικών ελληνικών εισαγωγών.
Διαβάστε επίσης: Παγκόσμια οικονομία: Τα βασικά σενάρια μετά την εμπλοκή Τραμπ στον πόλεμο Ιράν – Ισραήλ
Ως προς τη σύνθεση, το 2024 οι ελληνικές εξαγωγές προς τα ΗΑΕ προήλθαν κυρίως από βιομηχανικά αγαθά (56,92%), ακολούθησαν τα αγροτικά προϊόντα (26,03%) και τα καύσιμα (12,23%), ενώ στις εισαγωγές από τα ΗΑΕ κυριάρχησαν τα βιομηχανικά αγαθά με 89,64%. Σε επίπεδο προϊόντων, στις ελληνικές εξαγωγές του 2024 ξεχωρίζουν τα τσιγάρα και ο επεξεργασμένος καπνός με αξία 50,8 εκατ. ευρώ (13,80%), τα πετρελαιοειδή με 44,76 εκατ. ευρώ (12,16%) και το μάρμαρο με 20,32 εκατ. ευρώ (5,52%). Στις εισαγωγές, την πρώτη θέση κατέλαβαν τα κράματα αλουμινίου με 52,99 εκατ. ευρώ (49,00%), ακολούθησε το μη κραματοποιημένο αλουμίνιο με 19,85 εκατ. ευρώ (18,36%) και τα απορρίμματα/θραύσματα αλουμινίου με 5,83 εκατ. ευρώ (5,39%).
Το μήνυμα που εκπέμπεται από επιχειρήσεις και φορείς είναι ότι, όσο παρατείνεται η αβεβαιότητα στις μεταφορές, τόσο αυξάνει ο κίνδυνος να επιβαρύνει το κόστος τις τιμές των προϊόντων, σε χρονικό διάστημα μιας ή δύο εβδομάδων από σήμερα, αλλά με ορατό αποτύπωμα σε καύσιμα, πρώτες ύλες και τελικά στο ράφι. Και, όπως τονίζει ο Αλκιβιάδης Καλαμπόκης μετά την έναρξη «pause», ο στόχος είναι να πατηθεί σύντομα το «play» και όχι το «stop» στην εμπορική ροή σε μια περιοχή όπου η ελληνική εξωστρέφεια είχε αρχίσει να κερδίζει έδαφος.



