Η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα ενδιαφέρον μακροοικονομικό πρόβλημα. Αν θέλει να περάσει από την οξεία ανάκαμψη της μετά Covid εποχής σε μια πιο διατηρήσιμη ανάπτυξη, χρειάζεται πρόσθετες επενδύσεις περίπου 15 δισ. ευρώ τον χρόνο έως το 2030.
Σήμερα, ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι επενδύσεις αναλογούν στο 17%, πολύ καλύτερα σαφώς από τις χαμηλές πτήσεις του 11% στα χρόνια της κρίσης, αλλά ακόμη μακριά από το 21%-23% της Ευρωζώνης και ακόμη πιο μακριά από το 23%-25% που εκτιμάται ότι χρειάζεται η χώρα για να καλύψει πλήρως και το χαμένο έδαφος.
Τα παραπάνω συμπεράσματα ανήκουν στον Marc Canal, αναλυτή της McKinsey, όπως παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του τρίτου Investor Summit του Υπερταμείου. Η παρουσίαση προσπάθησε να συνδέσει ευθέως το επενδυτικό κενό με το έλλειμμα στην παραγωγικότητα. Όπως έχει περιγράψει σε πρώτο χρόνο και ο ΙΟΒΕ, η παραγωγικότητα της Ελλάδας βρίσκεται περίπου στο μισό του μέσου επιπέδου της Ευρωζώνης. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αυξάνεται το ΑΕΠ, αλλά να παράγεται περισσότερη αξία ανά ώρα εργασίας, με περισσότερες επενδύσεις, καλύτερα οργανωμένες επιχειρήσεις και ισχυρότερη παρουσία σε κλάδους με μέλλον.
Έως το 80% της αύξησης της παραγωγικότητας συνδέεται με τις επενδύσεις
Σε γενικές γραμμές, η Ελλάδα, όπως και ο κόσμος συνολικά, έχει πετύχει μεγάλη πρόοδο μέσα στον τελευταίο αιώνα. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε σημαντικά, το προσδόκιμο ζωής ανέβηκε από τα 48 στα 82 χρόνια, τα χρόνια εκπαίδευσης από 2,5 έφτασαν τα 12, ενώ η παιδική θνησιμότητα υποχώρησε από το 13% σε κάτω από 0,5%. Η πρόοδος αυτή επιτεύχθηκε μάλιστα με λιγότερες ώρες εργασίας ανά εργαζόμενο σε σχέση με το παρελθόν.
Η πρόοδος δεν προκύπτει τυχαία. Στηρίζεται σε μια «μηχανή» που περιλαμβάνει προσαρμοστικούς εργαζομένους, αποδοτικά συστήματα ενέργειας, παγκοσμιοποιημένο εμπόριο, παραγωγικές επενδύσεις και ισχυρές χρηματαγορές. Από αυτούς τους μοχλούς, ο πιο κρίσιμος για την ελληνική περίπτωση είναι οι παραγωγικές επενδύσεις, καθώς το 70% με 80% της αύξησης παραγωγικότητας εξηγείται από την αύξηση τους.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η ελληνική οικονομία καλείται να αλλάξει πίστα. Η ανάκαμψη μετά το 2020 έχει βελτιώσει μεν την εικόνα της χώρας, αλλά δεν αρκεί για να κλείσει το χάσμα παραγωγικότητας. Χρειάζεται διαφορετική σύνθεση επενδύσεων, όχι απλώς περισσότερα χρήματα. Το κεφάλαιο πρέπει να κατευθυνθεί σε δραστηριότητες που μεγαλώνουν την παραγωγική βάση, αυξάνουν την τεχνολογική ένταση, ενισχύουν τις εξαγωγές και δημιουργούν επιχειρήσεις με όλο και μεγαλύτερη κλίμακα.
Οι πρωταθλητές που απαιτούν κλίμακα και οι κλάδοι του μέλλοντος
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία αφορά τον ρόλο των λίγων πολύ παραγωγικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Marc Canal, στη Γερμανία μόλις το 3% των επιχειρήσεων εξηγεί το 80% της θετικής αύξησης της παραγωγικότητας. Στο Ηνωμένο Βασίλειο το αντίστοιχο ποσοστό επιχειρήσεων είναι 6%, ενώ στην Ισπανία φτάνει το 8%. Ακόμη πιο χαρακτηριστικά, οι 30-50 κορυφαίες επιχειρήσεις, οι λεγόμενες standout firms, αντιστοιχούν μόλις στο 0,2%-0,3% του συνόλου, αλλά μπορούν να συνεισφέρουν το 35%-50% της εθνικής θετικής αύξησης παραγωγικότητας.
Η τεχνητή νοημοσύνη και οι δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας
Για την Ελλάδα, το μήνυμα είναι σαφές. Η χώρα δεν χρειάζεται μόνο περισσότερες επιχειρήσεις. Χρειάζεται μεγαλύτερες, καλύτερα κεφαλαιοποιημένες, πιο εξωστρεφείς και τεχνολογικά ώριμες επιχειρήσεις. Χρειάζεται εταιρείες που μπορούν να επενδύσουν, να προσελκύσουν ανθρώπινο κεφάλαιο, να αξιοποιήσουν την καινοτομία και να λειτουργήσουν ως παραγωγικοί πυρήνες γύρω από τους οποίους αναπτύσσονται ολόκληρα οικοσυστήματα.
Η δεύτερη διάσταση είναι η επιλογή κατάλληλων πεδίων. Η McKinsey αναφέρεται στις μεγάλες «αρένες του μέλλοντος», δηλαδή σε κλάδους με υψηλή δυναμική ανάπτυξης, καινοτομίας και ανατροπής. Για την ελληνική οικονομία ξεχωρίζουν ενδεικτικά οι ημιαγωγοί, οι υπηρεσίες cloud computing, η τεχνητή νοημοσύνη και το λογισμικό, το e-commerce, η ρομποτική, το διάστημα, οι μπαταρίες και οι βιοτεχνολογικές εφαρμογές.
Το πιο ρεαλιστικό παράδειγμα είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Η Ελλάδα δύσκολα θα ανταγωνιστεί σε μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης. Μπορεί όμως να κερδίσει αξία στην εξειδίκευση της εφαρμογής της σε κλάδους όπου έχει πραγματική βάση, όπως ο τουρισμός, η ναυτιλία, η υγεία, η ενέργεια και οι υπηρεσίες. Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στο να παρακολουθεί κανείς αμέτοχος μια τεχνολογική αλλαγή και στο να τη μετατρέπει σε επιχειρησιακό πλεονέκτημα.
Η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα ενδιαφέρον μακροοικονομικό πρόβλημα. Αν θέλει να περάσει από την οξεία ανάκαμψη της μετά…Το στοίχημα, επομένως, δεν είναι μόνο να βρεθούν περισσότερα χρήματα, αλλά οι επενδύσεις να πιάσουν τόπο. Να μη γίνουν σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας και να δείχνουν ωραίες μόνο στους εθνικούς λογαριασμούς, αλλά να οδηγήσουν σε καλύτερες δουλειές, ισχυρότερες, μεγαλύτερες επιχειρήσεις και εν τέλει σε υψηλότερη αξία (και ανταμοιβή) ανά ώρα εργασίας.



