Σε τροχιά αβεβαιότητας εισέρχεται το σχέδιο ανάπλασης των Προσφυγικών της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, με τον δήμο Αθηναίων να ζητά πάγωμα της διαδικασίας και επανεκκίνηση με όρους διαβούλευσης και θεσμικής συμμετοχής. Η απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, που ελήφθη κατά πλειοψηφία έπειτα από εισήγηση του δημάρχου Χάρη Δούκα, φέρνει στο προσκήνιο τις εκκρεμότητες γύρω από ένα έργο με έντονο κοινωνικό, πολεοδομικό αλλά και πολιτικό αποτύπωμα.
Το κλίμα εκτονώθηκε στη χθεσινή συνεδρίαση, που διεκόπη μετά από συνεχείς παρεμβάσεις κατοίκων και αλληλέγγυων, που αντιδρούν στο σχέδιο της Περιφέρεια Αττικής, αναδεικνύοντας την ένταση που συνοδεύει κάθε προσπάθεια παρέμβασης στο συγκεκριμένο συγκρότημα. Το μήνυμα από πλευράς δήμου κατέληξε να είναι πως χωρίς νέα, ανοιχτή και ουσιαστική διαβούλευση, το project δεν μπορεί να προχωρήσει. Στο ψήφισμα που εγκρίθηκε, ο δήμος αναγνωρίζει τη σημασία αποκατάστασης των κτιρίων, αλλά θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που περιλαμβάνουν πλήρη ενημέρωση για το εύρος και τις χρήσεις του έργου, διαφάνεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς, συμμετοχή κατοίκων και φορέων, καθώς και αποφυγή κατασταλτικών ενεργειών, όπως εξώσεις, πριν ολοκληρωθεί ο σχεδιασμός. Παράλληλα, επαναφέρει στο τραπέζι το ζήτημα της κυριότητας, το οποίο παραμένει θολό παρά τις προηγούμενες δικαστικές και νομοθετικές παρεμβάσεις.
Το ιστορικό των Προσφυγικών εξηγεί γιατί το εγχείρημα είναι τόσο σύνθετο. Οι οκτώ πολυκατοικίες, που κατασκευάστηκαν την περίοδο από το 1933 έως το 1936, αποτελούν ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο μοντερνισμού και έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο. Συνδέονται άμεσα με τη μνήμη του Μικρασιατικού Ελληνισμού αλλά και με κομβικά γεγονότα της νεότερης ιστορίας, όπως τα Δεκεμβριανά. Το συγκρότημα εκτείνεται σε οικόπεδο άνω των 17.000 τ.μ. και περιλαμβάνει 228 διαμερίσματα περίπου 50 τ.μ., στα οποία σήμερα διαμένουν περισσότεροι από 400 κάτοικοι. Η διαδρομή των τελευταίων ετών αποτυπώνει τις διαδοχικές απόπειρες αξιοποίησης. Το 2014 επιχειρήθηκε η μεταβίβαση μέρους των διαμερισμάτων στο ΤΑΙΠΕΔ, κίνηση που προκάλεσε την προσφυγή του δήμου στο ΣτΕ. Αν και η αίτηση ακύρωσης δεν έγινε δεκτή, αναγνωρίστηκε ότι ο περιβάλλων χώρος ανήκει στον δήμο Αθηναίων. Δύο χρόνια αργότερα, 177 διαμερίσματα πέρασαν στην Περιφέρεια Αττικής, ενώ 51 παρέμειναν σε ιδιώτες, δημιουργώντας ένα σύνθετο ιδιοκτησιακό μωσαϊκό που εξακολουθεί να επηρεάζει τον σχεδιασμό.
Για την Αθήνα, τα Προσφυγικά της Αλεξάνδρας δεν είναι ένα «τυπικό» real estate project. Είναι μια δοκιμασία για το πώς μπορεί να συνδυαστεί η προστασία της ιστορικής μνήμης με τη σύγχρονη ανάγκη για κοινωνική κατοικία.
Στην παρούσα φάση, το σχέδιο της Περιφέρειας επικεντρώνεται σε τέσσερις από τις οκτώ πολυκατοικίες. Με προϋπολογισμό 15 εκατ. ευρώ και χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ 2021–2027 και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, προβλέπεται αποκατάσταση 108 διαμερισμάτων, ενίσχυση του φέροντος οργανισμού και πλήρη ανακατασκευή των εσωτερικών. Η χρήση τους θα είναι αποκλειστικά κοινωνική και θα προβλέπει στέγαση δικαιούχων επιδότησης ενοικίου, φοιτητών, αλλά και φιλοξενία συνοδών ασθενών του Άγιος Σάββας. Ο Περιφερειάρχης Νίκος Χαρδαλιάς έχει διαμηνύσει ότι δεν θα υπάρξει καμία εμπορική αξιοποίηση, υπογραμμίζοντας ότι τρία κτίρια θα διατεθούν για κοινωνική κατοικία και ένα για υποστηρικτικές χρήσεις του νοσοκομείου. Παράλληλα, έχει αφήσει ανοιχτό το ζήτημα των σημερινών καταληψιών, σημειώνοντας ότι «πολλοί μπορούν να βρουν τον δρόμο τους», μια αναφορά που έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις.
Εκεί εντοπίζεται και ο πυρήνας της σύγκρουσης. Από τη μία πλευρά, η Περιφέρεια επιχειρεί να τρέξει ένα ώριμο – σε επίπεδο μελετών και αδειοδοτήσεων – έργο με σαφές κοινωνικό πρόσημο. Από την άλλη, ο δήμος και οι κάτοικοι ζητούν επαναπροσδιορισμό της διαδικασίας, φοβούμενοι ότι ο σχεδιασμός προχωρά χωρίς επαρκή κοινωνική νομιμοποίηση και χωρίς σαφή εικόνα για το σύνολο της περιοχής, ιδίως για τον περιβάλλοντα χώρο που δεν περιλαμβάνεται ρητά στο project. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που, ενώ έχει εξασφαλισμένη χρηματοδότηση και τεχνική ωριμότητα, σκοντάφτει σε θεσμικές και κοινωνικές εκκρεμότητες.
Η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιου τύπου αναπλάσεις ,ιδίως όταν αφορούν μνημεία και ενεργές κοινότητες – δεν κρίνονται μόνο στο τεχνικό σκέλος, αλλά κυρίως στη διαχείριση των συγκρούσεων που τις συνοδεύουν. Αυτό επισημαίνει και η αγορά του real estate, με παράγοντες αυτής να επισημαίνουν ότι κανείς ιδιώτης δε θα επιδιώξει εμπλοκή στο έργο, αν δεν είναι πρώτο εξασφαλισμένο ότι η ανάπλαση θα προχωρήσει με σχέδιο και χωρίς ταραχές και «εκπλήξεις», καθώς από πάνω του κρέμεται και η δαμόκλειος σπάθη τυχόν προσφυγών.



