Ποιοι κλάδοι βγάζουν τα περισσότερα από κάθε ευρώ πωλήσεων; Η απάντηση δεν βρίσκεται στις μεγαλύτερες αγορές της βιομηχανίας τροφίμων για τα deals των οποίων χύνεται πολύ μελάνι, αλλά σε δραστηριότητες με ισχυρό εξαγωγικό αποτύπωμα, που καταφέρνουν να διατηρούν αισθητά υψηλότερα περιθώρια κέρδους.
Δεν είναι οι γαλακτοβιομηχανίες ούτε οι επιχειρήσεις κρέατος που αποδεικνύονται οι πιο κερδοφόρες της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων. Την πρώτη θέση καταλαμβάνουν οι επιχειρήσεις επεξεργασίας φρούτων και λαχανικών, οι οποίες εμφανίζουν καθαρό περιθώριο κέρδους 8,6%, αφήνοντας πίσω την ποτοποιία με 6,7% και την αρτοποιία με 5,3%. Στον αντίποδα, οι μεγαλύτεροι σε τζίρο υποκλάδοι κινούνται με αισθητά χαμηλότερες αποδόσεις, καθώς το περιθώριο κέρδους στο κρέας περιορίζεται στο 1,6% και στα γαλακτοκομικά στο 2,9%.
Τα στοιχεία προκύπτουν από την ετήσια μελέτη του ΙΟΒΕ για τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών και αναδεικνύουν ότι η κερδοφορία δεν συμβαδίζει απαραίτητα με το μέγεθος μιας αγοράς. Αντίθετα, οι υποκλάδοι με τη μεγαλύτερη εξωστρέφεια και την υψηλότερη προστιθέμενη αξία είναι εκείνοι που καταφέρνουν να διατηρούν ισχυρότερα περιθώρια.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελούν τα επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά. Ο υποκλάδος συγκεντρώνει το 17,1% του συνολικού κύκλου εργασιών της βιομηχανίας, όμως παράγει το 32,3% των καθαρών κερδών του συνόλου. Με τζίρο 3,74 δισ. ευρώ και καθαρά κέρδη 322 εκατ. ευρώ, εμφανίζει με διαφορά την υψηλότερη αποδοτικότητα μεταξύ όλων των δραστηριοτήτων του κλάδου. Σύμφωνα με τη μελέτη, η εξήγηση βρίσκεται στο γεγονός ότι τα επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά αποτελούν το σημαντικότερο εξαγωγικό προϊόν της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων και ποτών, καλύπτοντας το 27,6% της συνολικής αξίας των εξαγωγών. Η ελληνική κομπόστα ροδάκινου, τα κονσερβοποιημένα και κατεψυγμένα φρούτα και λαχανικά έχουν ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές, γεγονός που προσφέρει μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία και στηρίζει την κερδοφορία των επιχειρήσεων.
Στη δεύτερη θέση της κατάταξης βρίσκεται η ποτοποιία. Παρότι αντιστοιχεί στο 11,6% του συνολικού κύκλου εργασιών, συγκεντρώνει το 17,1% των καθαρών κερδών, με αποτέλεσμα να εμφανίζει καθαρό περιθώριο κέρδους 6,7%. Ο υποκλάδος κατέγραψε πωλήσεις 2,53 δισ. ευρώ και καθαρά κέρδη 170 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι παραμένει ένας από τους πιο αποδοτικούς της ελληνικής μεταποίησης. Ακολουθεί η παραγωγή ειδών αρτοποιίας και αλευρωδών προϊόντων, με περιθώριο καθαρού κέρδους 5,3%. Οι επιχειρήσεις του κλάδου πραγματοποίησαν κύκλο εργασιών 2,49 δισ. ευρώ και καθαρά κέρδη 132 εκατ. ευρώ, αποσπώντας μεγαλύτερο μερίδιο στα συνολικά κέρδη από ό,τι στον συνολικό τζίρο. Σχεδόν όσο και ο μέσος όρος του κλάδου κινείται η κατηγορία των λοιπών ειδών διατροφής, με καθαρό περιθώριο 4,6%, ενώ χαμηλότερες επιδόσεις εμφανίζουν οι ζωοτροφές (3,3%), τα γαλακτοκομικά (2,9%), τα φυτικά και ζωικά έλαια (2,8%) και η επεξεργασία ψαριών (2,4%).
Τη χαμηλότερη αποδοτικότητα εμφανίζει η βιομηχανία κρέατος. Αν και πρόκειται για έναν από τους μεγαλύτερους υποκλάδους, με πωλήσεις σχεδόν 3 δισ. ευρώ και μερίδιο 13,6% στον συνολικό κύκλο εργασιών, τα καθαρά κέρδη περιορίζονται στα 47 εκατ. ευρώ, γεγονός που μεταφράζεται σε περιθώριο μόλις 1,6%. Αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις αλευρόμυλων και παραγωγής αμύλου κινούνται επίσης σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, με περιθώριο περίπου 1,5%.
Η συνολική εικόνα, πάντως, για τη βιομηχανία τροφίμων και ποτών παραμένει θετική. Το περιθώριο καθαρού κέρδους του συνόλου του κλάδου διαμορφώθηκε στο 4,6%, έναντι 4,1% την προηγούμενη χρονιά, ενώ τα EBITDA αυξήθηκαν κατά 15,3% και τα καθαρά κέρδη κατά 17%, φτάνοντας τα 996 εκατ. ευρώ.
Οι επιδόσεις αυτές έρχονται να προστεθούν σε μια συνολικά ισχυρή εικόνα του κλάδου. Η βιομηχανία τροφίμων και ποτών παραμένει ο μεγαλύτερος κλάδος της ελληνικής μεταποίησης, με κύκλο εργασιών 26,2 δισ. ευρώ, προστιθέμενη αξία 4,7 δισ. ευρώ και περισσότερους από 162.000 εργαζόμενους. Παράλληλα, οι εξαγωγές της έχουν διπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία, φτάνοντας τα 7,4 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύοντας το 15% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών, ενώ οι επενδύσεις ξεπέρασαν το 1 δισ. ευρώ μέσα στο 2024 και τα 7,2 δισ. ευρώ την τελευταία δεκαετία. Οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν και στην καινοτομία, διαθέτοντας 56,5 εκατ. ευρώ για Έρευνα και Ανάπτυξη, την ώρα που οι τιμές στα τυποποιημένα επώνυμα τρόφιμα παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες το τελευταίο 18μηνο, παρά τις πιέσεις από το κόστος πρώτων υλών και ενέργειας.



