Με σαφές πολιτικό μήνυμα υπέρ της περαιτέρω τουριστικής ανάπτυξης, αλλά και με αποστάσεις από όρους όπως «υπερτουρισμός» και «φέρουσα ικανότητα», τοποθετήθηκε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στην ετήσια γενική συνέλευση του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, όπου εξελέγη νέο προεδρείο με την Αγάπη Σμπώκου στην προεδρία.
Η παρέμβαση του πρωθυπουργού αποτύπωσε ουσιαστικά τη γραμμή που φαίνεται να επιλέγει η κυβέρνηση για την επόμενη ημέρα του ελληνικού τουρισμού, «όχι» στον περιορισμό της ανάπτυξης, αλλά διαχείριση μέσω υποδομών και στοχευμένων παρεμβάσεων ανά προορισμό. Απαντώντας στις συζητήσεις γύρω από την υπερσυγκέντρωση τουριστικών επενδύσεων και το νέο Ειδικό Χωροταξικό, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε «επικίνδυνη» την έννοια του υπερτουρισμού, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν βρίσκεται στο σημείο κοινωνικής αντίδρασης που καταγράφεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Όπως είπε, ο τουρισμός παραμένει «κεντρικός αιμοδότης» της ελληνικής οικονομίας, με ισχυρές συνέργειες σε κλάδους όπως η αγροτική παραγωγή και η απασχόληση. Παράλληλα, αμφισβήτησε τη λογική της στατικής «φέρουσας ικανότητας», επιμένοντας ότι αυτή μεταβάλλεται ανάλογα με τις υποδομές που αναπτύσσονται σε κάθε περιοχή. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα την Κρήτη, σημειώνοντας ότι έργα όπως ο νέος Βόρειος Οδικός Άξονας, το νέο αεροδρόμιο Ηρακλείου, οι υποδομές διαχείρισης νερού και η ηλεκτρική διασύνδεση αλλάζουν τα δεδομένα για το πόσους επισκέπτες μπορεί να υποστηρίξει το νησί.
Ωστόσο, ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι υπάρχουν προορισμοί όπου «πρέπει να πατήσουμε φρένο», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο πιο συγκρατημένης ανάπτυξης σε περιοχές που βρίσκονται ήδη υπό πίεση. Την ίδια στιγμή, έδωσε έμφαση στην ανάγκη ανάδειξης νέων, λιγότερο ανεπτυγμένων τουριστικά περιοχών, υποστηρίζοντας ότι η χώρα διαθέτει ακόμη σημαντικά περιθώρια επέκτασης του τουριστικού προϊόντος. Μία από τις λύσεις που προωθεί η κυβέρνηση για να ελαφρύνει τους πιεσμένους προορισμούς και παράλληλα, να πετύχει διάχυση των εσόδων γεωγραφικά και χρονικά. Με στόχο να ανοίξει τον χάρτη του ελληνικού τουρισμού πέρα από τους κορεσμένους καλοκαιρινούς προορισμούς, το υπουργείο Τουρισμού επιχειρεί να φέρει την ορεινή Ελλάδα στο επίκεντρο. Για πρώτη φορά επιχειρείται μια πιο συγκροτημένη καμπάνια για προορισμούς που μέχρι σήμερα έμεναν εκτός βασικού τουριστικού ρεύματος, σε μια προσπάθεια να αποκτήσουν σταθερή θέση στο συνολικό τουριστικό προϊόν της χώρας. Αυτό είναι από τα στοιχήματα στα οποία αναφέρθηκε από το βήμα του ΣΕΤΕ και ο πρωθυπουργός, δίνοντας ως παράδειγμα εργαλείου άμβλυνσης της εποχικότητας τον κοινωνικό και εσωτερικό τουρισμό και την κατεύθυνση του σε περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Στο κυβερνητικό επιτελείο, άλλωστε, η βασική ανησυχία φαίνεται να αφορά όχι τόσο την υπερβολική ανάπτυξη, όσο τη διατήρηση του μεριδίου αγοράς της Ελλάδας σε ένα αυξανόμενα ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι η γεωπολιτική αστάθεια σε ανταγωνιστικούς προορισμούς της Μέσης Ανατολής μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες ευκαιρίες για τον ελληνικό τουρισμό, υπογραμμίζοντας πάντως ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να γίνεται εις βάρος της βιωσιμότητας των προορισμών.
Η συζήτηση που έχει ανοίξει εδώ και χρόνια, βάζει στο τραπέζι και τη σύγκριση της Αθήνας με τη Βαρκελώνη, με την τελευταία να παρουσιάζεται ως παράδειγμα προς αποφυγή. Η πρόσφατη έρευνα της GBR Consulting για την κατάσταση στην ελληνική πρωτεύουσα δείχνει πως «δεν έχουμε φτάσει στα νούμερα της Βαρκελώνης, είμαστε πολύ μακριά από αυτά και έχουμε περιθώριο να τα φτάσουμε, αρκεί να μην κάνουμε τα λάθη που έχουν γίνει σε άλλους προορισμούς», όπως σχολίασε ο Ευγένιος Βασιλικός, πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Αττικής.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η επαρχία της Βαρκελώνης αριθμεί 909 ξενοδοχεία με 147 χιλιάδες δωμάτια, έναντι 716 ξενοδοχείων της Αττικής με 36 χιλιάδες δωμάτια, επομένως προκύπει ότι η Βαρκελώνη διαθέτει πολλαπλάσια ξενοδοχειακή χωρητικότητα σε σχέση με την Αθήνα, αν και, εφόσον συνυπολογιστεί ότι έχει και 68% μεγαλύτερο πληθυσμό, η ψαλίδα κλείνει. Κατά κεφαλή, η Βαρκελώνη διαθέτει 25,1 δωμάτια ανά 1.000 κατοίκους, ενώ η Αττική 9,4 ανά 1.000 κατοίκους, αριθμοί που αντιστοιχούν σε αναλογία 2,7 προς 1.
Το γεγονός που «επιτρέπει» τη σύγκριση των δύο πόλεων, πάντως, είναι πως οι επισκέπτες της Αττικής συγκεντρώνονται σε μία σχετικά μικρή περιοχή, γύρω από το ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας. Ωστόσο, την εικόνα αλλάζουν οι επιπτώσεις της βραχυχρόνιας μίσθωσης. Η αναλογία προς τον πληθυσμό δείχνει αυξημένη πίεση στην Αττική, όπου εντοπίζονται 8,4 – 9,2 Airbnb ανά 1.000 κατοίκους, όταν ο αντίστοιχος αριθμός στη Βαρκελώνη διαμορφώνεται σε 4,1 καταλύματα.



