Ισχυρό επενδυτικό momentum καταγράφει ο ελληνικός τουρισμός, με νέα projects μεγάλης κλίμακας να ανακοινώνονται σε κομβικούς προορισμούς όπως η Αθηναϊκή Ριβιέρα, η Κρήτη, η Χαλκιδική, η Ρόδος, η Θεσσαλονίκη και η Αττική. Το συνολικό αποτύπωμα των υπό εξέλιξη επενδύσεων ανέρχεται σε πολλά δισεκατομμύρια ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα ενισχύει σταθερά τη θέση της στον χάρτη της πολυτελούς φιλοξενίας και του υψηλής αξίας τουρισμού, όπως προκύπτει από σχετική αποτύπωση της Cushman & Wakefield Proprius.
Οι σημαντικότερες επενδύσεις στον κλάδο φιλοξενίας
Στο επίκεντρο βρίσκεται η εξαγορά του 100% του συγκροτήματος του Αστέρα Βουλιαγμένης από τον εφοπλιστή Γιώργο Προκοπίου, σε μια συναλλαγή που εκτιμάται ότι ανήλθε περίπου στα 700 εκατ. ευρώ. Με την κίνηση αυτή, το συνολικό επενδυτικό του αποτύπωμα στην περιοχή προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ, ενισχύοντας περαιτέρω τη στρατηγική σημασία της Αθηναϊκής Ριβιέρας ως διεθνούς προορισμού πολυτελούς τουρισμού.
Στην Αττική, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και το project «VORIA» στο Μαρούσι, μια επένδυση ύψους 300 εκατ. ευρώ που περιλαμβάνει καζίνο, ξενοδοχείο και χώρους ψυχαγωγίας. Παράλληλα, η Dimand προωθεί επενδυτικό pipeline που αγγίζει τα 800 εκατ. ευρώ, με έργα σε Γούρνες, Ηράκλειο και Αττική, διευρύνοντας το αποτύπωμα των σύνθετων τουριστικών αναπτύξεων.
Έντονο το ενδιαφέρον για την τουριστική αγορά της Κρήτης
Ιδιαίτερα δυναμική εμφανίζεται και η Κρήτη. Η βιομηχανία επεξεργασίας Μαρμάρου Ικτίνος Hellas και η CBE Capital προχωρούν το Sitia Bay Resort, μια ολοκληρωμένη τουριστική ανάπτυξη προϋπολογισμού άνω των 300 εκατ. ευρώ. Την ίδια ώρα, η Phaea των οικογενειών Σμπώκου-Βασιλάκη δρομολογεί επένδυση περίπου 100 εκατ. ευρώ στην Ελούντα, εστιάζοντας στην αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος σε μία από τις πλέον εδραιωμένες αγορές πολυτελείας της χώρας. Στα Χανιά, το Hilton Chania Old Town Resort & Spa προγραμματίζεται να ανοίξει το 2026, προσθέτοντας 85 δωμάτια και υπηρεσίες υψηλών προδιαγραφών στην αγορά της δυτικής Κρήτης.
Διαβάστε ακόμα: Τι έχει να χάσει ο ελληνικός τουρισμός από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή
Στη Χαλκιδική, το Diaporos Green Retreat της εταιρείας ΣΤΑΝΤΑ (οικογένεια Ανδρεάδη) στη Σιθωνία, με προϋπολογισμό 41,7 εκατ. ευρώ, εντάσσεται στη νέα γενιά βιώσιμων τουριστικών επενδύσεων, ενώ στη Ρόδο προωθείται νέα πεντάστερη ξενοδοχειακή μονάδα ύψους 37,5 εκατ. ευρώ. Στη βόρεια Ελλάδα, η οικογένεια Μελισσανίδη αναδείχθηκε πλειοδότρια για την αξιοποίηση της έκτασης 160 στρεμμάτων στην Αγία Τριάδα, κοντά στη Θεσσαλονίκη, με επενδυτικό σχέδιο άνω των 19,5 εκατ. ευρώ για τουριστική και οικιστική ανάπτυξη.
Οι νέες επενδύσεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία ο ελληνικός τουρισμός συνεχίζει να καταγράφει ισχυρές επιδόσεις. Το 2025, οι διεθνείς αφίξεις αυξήθηκαν κατά 5,6% σε σύγκριση με το 2024, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, επιβεβαιώνοντας τη διατήρηση της ζήτησης για τον ελληνικό προορισμό. Στον κλάδο της φιλοξενίας, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε κύκλο εργασιών 11,8 δισ. ευρώ την περίοδο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου, σημειώνοντας αύξηση 3,3% σε ετήσια βάση.
Αντίθετα, η εστίαση εμφάνισε κάμψη, με έσοδα 10,7 δισ. ευρώ και πτώση 3,4% σε σχέση με το 2024. Η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνει τη μετατόπιση των προτιμήσεων των ταξιδιωτών προς πιο ποιοτικές, επιμελημένες και εμπειρικές υπηρεσίες, αντί για τη μαζική, όγκου κατανάλωση που χαρακτήριζε προηγούμενες περιόδους.
Η τάση αυτή αποτυπώνεται με σαφήνεια και στο ανώτερο τμήμα της αγοράς. Οι ταξιδιώτες υψηλού εισοδήματος συνέχισαν να δείχνουν έντονο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, οδηγώντας την πληρότητα των upper-upscale ξενοδοχείων στο 70,7% το 2025, ενώ η μέση ημερήσια τιμή δωματίου (ADR) διαμορφώθηκε στα 206,6 ευρώ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της COSTAR, η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε αύξηση 2,8% του RevPAR, υπογραμμίζοντας τη σταθερή μετάβαση του ελληνικού τουρισμού προς ένα μοντέλο υψηλότερης αξίας.
Στην Αθήνα, τα στοιχεία από 45 ξενοδοχεία δείχνουν ότι το ADR αυξήθηκε στα 190,9 ευρώ το 2025, από 186,9 ευρώ το 2024, καταγράφοντας άνοδο 2,1%. Η πληρότητα διαμορφώθηκε στο 72,6%, έναντι 75,5% την προηγούμενη χρονιά. Η ελαφρά υποχώρηση αποδίδεται κυρίως στην ενίσχυση της προσφοράς και όχι σε εξασθένηση της ζήτησης, γεγονός που, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, δεν αναμένεται να έχει μόνιμο χαρακτήρα.
Ενθαρρυντική είναι η εικόνα και στη Θεσσαλονίκη, όπου η αγορά, αν και μικρότερη, παρουσιάζει έντονη δυναμική. Με μέση ημερήσια τιμή πώλησης δωματίου (ADR) στα 185,2 ευρώ και πληρότητα 79,5%, η πόλη κατέγραψε αύξηση 3,5% στα έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο (RevPAR), στοιχείο που αποδίδεται στη σταθερά ισχυρή ζήτηση. Αντίστοιχα, στους εποχικούς προορισμούς, η μέση πληρότητα αυξήθηκε από 67,8% το 2024 σε 69,8% το 2025, ενώ το ADR ανήλθε στα 227,3 ευρώ, αποτυπώνοντας την ενίσχυση της ζήτησης κατά την περίοδο Απριλίου-Οκτωβρίου και τη βελτίωση της απόδοσης στους μήνες εκτός αιχμής.
Διαβάστε ακόμα: Τουρισμός: Οι Αμερικανοί σώζουν την παρτίδα για την Ελλάδα
Η διεύρυνση της πολυτελούς και εμπειρικής προσφοράς αποτέλεσε ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του 2025. Νέες αφίξεις διεθνών brands, σημαντικά openings και αναβαθμίσεις υφιστάμενων μονάδων συνέβαλαν στην περαιτέρω ενίσχυση του ελληνικού hospitality προϊόντος, αλλά και στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου σε σειρά προορισμών.
Θετικό το έδαφος για το 2026
Για το 2026, οι προοπτικές παραμένουν θετικές. Οι εκτιμήσεις τοποθετούν τα τουριστικά έσοδα στα 24 δισ. ευρώ, με βασικούς μοχλούς τη συνέχιση των επενδύσεων, την αναβάθμιση των υποδομών και τη στρατηγική προσέλκυσης επισκεπτών υψηλότερης δαπάνης. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα επιχειρεί να εδραιωθεί ως προορισμός τεσσάρων εποχών, με πιο διαφοροποιημένο, πιο ανθεκτικό και υψηλότερης αξίας τουριστικό μοντέλο.
Ζητούμενο για τον κλάδο φιλοξενίας δεν αποτελεί μόνο η διατήρηση της αναπτυξιακής ορμής, αλλά και η αξιοποίησή της με τρόπο που θα ενισχύει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας. Με σκοπό να διατηρήσει παράλληλα την αυθεντικότητα και το ιδιαίτερο τουριστικό της αποτύπωμα η χώρα.



