Στρατηγικές επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, ώριμα projects με διεθνές ενδιαφέρον και υψηλές προσδοκίες για τις τοπικές οικονομίες, βρίσκονται επί χρόνια εγκλωβισμένα σε έναν λαβύρινθο εγκρίσεων, προσφυγών και αντιδράσεων. Από τη Σαντορίνη και την Ίο έως την Κύθνο και την Κρήτη, μεγάλα ξενοδοχειακά έργα προχωρούν με αργούς ρυθμούς ή παραμένουν σε εκκρεμότητα, αποτυπώνοντας και τα όρια αντοχής των νησιωτικών προορισμών.
H περίπτωση της Metaxa Hospitality Group συμπυκνώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει σήμερα τις μεγάλες τουριστικές επενδύσεις, όταν αυτές συναντούν το πλέγμα των αδειοδοτήσεων, των θεσμικών ελέγχων και των τοπικών ευαισθησιών. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Σαντορίνη, όπου το έργο για την ανέγερση του νέου ξενοδοχείου Lapilli στο Μεγαλοχώρι παραμένει σε εκκρεμότητα, παρά τον προχωρημένο σχεδιασμό και το επενδυτικό του μέγεθος. Το project, ύψους αρκετών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, προβλέπει μονάδα πέντε αστέρων, δυναμικότητας 237 κλινών και συνολικής δόμησης 9.000 τ.μ..
Η πορεία του επιβραδύνθηκε μετά την ανάκληση των οικοδομικών αδειών από την Πολεοδομία Θήρας, εξέλιξη που οδήγησε την εταιρεία σε προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, με τη διοίκηση να επιδιώκει την οριστική αποσαφήνιση του θεσμικού πλαισίου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν και υπό ποιους όρους μπορεί να προχωρήσει η κατασκευή, με άγνωστο, ωστόσο, χρονοδιάγραμμα.
Διαβάστε επίσης: Τουρισμός: Χρονιά – ρεκόρ για τα ελληνικά αεροδρόμια
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η Σαντορίνη αποτελεί βασική αγορά για τον όμιλο, με ήδη λειτουργούντα συγκροτήματα και περαιτέρω σχεδιασμούς στο νησί. Αντίστοιχα, στην Κρήτη, η επένδυση των 200 εκατ. ευρώ στο Καβούσι Ιεράπετρας βρίσκεται εκ νέου στο στάδιο της δημόσιας διαβούλευσης, παρότι το ΕΣΧΑΣΕ έχει εγκριθεί με Προεδρικό Διάταγμα από τα τέλη του 2024. Κατά την ωρίμανση του σχεδίου κρίθηκε αναγκαία η επανεξέταση και προσαρμογή του, με στόχο την ενσωμάτωση πρόσθετων προβλέψεων για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Το έργο αφορά Σύνθετο Τουριστικό Κατάλυμα 1.014 κλινών, με ξενοδοχειακές υποδομές και κατοικίες υψηλών προδιαγραφών.
Η περίπτωση των επενδύσεων του ομίλου Calilo στην Ίο αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα παραδείγματα του πώς στρατηγικά τουριστικά projects μπορούν να προχωρούν τμηματικά, υπό αυστηρούς όρους και με έντονες θεσμικές επιφυλάξεις. Η αδειοδοτική διαδικασία για μία από τις τρεις σχεδιαζόμενες επενδύσεις του ομίλου, συμφερόντων του Άγγελου Μιχαλόπουλου, προχώρησε πρόσφατα με τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Περιβάλλοντος της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, χωρίς ωστόσο να έχει ακόμη ολοκληρωθεί η κρίσιμη φάση των εγκρίσεων. Το έργο αφορά Σύνθετο Τουριστικό Κατάλυμα σε έκταση 566 στρεμμάτων στη θέση Κουμπάρα – Διακοφτό – Φάρος και εντάσσεται στο πλαίσιο ΕΣΧΑΣΕ. Η στρατηγική μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων εγκρίθηκε υπό όρους, ενώ καταγράφηκαν και σοβαρές ενστάσεις από μέλη της Επιτροπής.
Μεταξύ άλλων τέθηκαν ζητήματα έλλειψης ολοκληρωμένου χωρικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, μη ενιαίας έκτασης και ανάγκης συνολικής περιβαλλοντικής αποτίμησης, καθώς βρίσκονται σε εξέλιξη και άλλα επενδυτικά σχέδια στην ίδια περιοχή. Η εταιρεία υποστήριξε ότι το project είναι σύννομο και εντός του θεσμικού πλαισίου. Προηγουμένως στο δημοτικό συμβούλιο Ίου η τεχνική υπηρεσία δήλωσε αδυναμία θετικής γνωμοδότησης, επικαλούμενη την εκκρεμότητα του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου και την απουσία επαρκούς πλαισίου προστασίας των παραλιών όπου χωροθετείται το έργο.
Διαβάστε επίσης: Πόσους ταξιδιώτες «στερεί» από τα ξενοδοχεία το Airbnb;
Η υπόθεση του Ξενία Κύθνου αποτυπώνει με ακρίβεια το πώς ακόμη και ώριμες επενδύσεις, με ισχυρό ιστορικό αποτύπωμα και σαφή αναπτυξιακή στόχευση, μπορούν να εγκλωβιστούν για χρόνια σε έναν κύκλο εγκρίσεων και επιφυλάξεων, καθώς έχουν περάσει πάνω από τέσσερα χρόνια μετά την ολοκλήρωση του διαγωνισμού μακροχρόνιας παραχώρησης από το ΤΑΙΠΕΔ σε Ισραηλινούς επενδυτές, αλλά το έργο δε βρίσκεται ούτε στην εκκίνηση. Ο Ισραηλινός επενδυτής Avraham Ravid εξασφάλισε πρόσφατα την άδεια από το υπουργείο Περιβάλλοντος και ετοιμάζεται να ξεκινήσει τις εργασίες αποκατάστασης του ιστορικού ξενοδοχείου στα Λουτρά. Η επένδυση, ύψους περίπου 30 εκατ. ευρώ, περιλαμβάνει την ανακατασκευή του τριώροφου κτιρίου των 46 δωματίων και την ανάπτυξη τουριστικών κατοικιών σε γειτονικά οικόπεδα. Το ακίνητο, με καταβολές στη βασιλεία του Όθωνα και παρεμβάσεις του Χάνσεν και του Τσίλερ, αποτελεί διατηρητέο μνημείο ιδιαίτερης πολιτιστικής αξίας και παραμένει ανενεργό από το 1999. Ωστόσο, η αδειοδότηση της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων εξελίχθηκε σε πεδίο έντονου προβληματισμού.
Οι αρμόδιες αρχές γνωμοδότησαν θετικά, αλλά στη δημόσια διαβούλευση καταγράφηκαν αρνητικά σχόλια, με αιχμή τη λειψυδρία του νησιού και την περιορισμένη φέρουσα ικανότητα των υποδομών, ενώ εκφράστηκαν φόβοι για παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να αλλοιώσουν τη μορφολογία της παραλίας των Λουτρών και τον χαρακτήρα ενός ιστορικού τοπόσημου.



