Η προετοιμασία για το ψηφιακό ευρώ περνά πλέον σε πρακτικό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επέλεξε 36 τράπεζες και παρόχους πληρωμών για το πιλοτικό πρόγραμμα που θα ξεκινήσει στο δεύτερο εξάμηνο του 2027. Ανάμεσά τους βρίσκονται η Εθνική Τράπεζα, η Τράπεζα Πειραιώς και η Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων, ενώ θα συμμετάσχει και η Τράπεζα της Ελλάδος. Λίγες ημέρες νωρίτερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε εγκρίνει την έναρξη των διαπραγματεύσεων με το Συμβούλιο, φέρνοντας το εγχείρημα ένα βήμα πιο κοντά στην υλοποίηση.
Για να γίνει κατανοητό τι αλλάζει, χρειάζεται πρώτα μία διάκριση. Τα ευρώ που εμφανίζονται σε έναν τραπεζικό λογαριασμό αποτελούν κατάθεση και, νομικά, υποχρέωση της εμπορικής τράπεζας απέναντι στον πελάτη της. Τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα, αντίθετα, είναι δημόσιο χρήμα που εκδίδεται από το Ευρωσύστημα. Το ψηφιακό ευρώ θα μεταφέρει αυτήν ακριβώς την ιδιότητα των μετρητών στις ηλεκτρονικές συναλλαγές. Δεν θα είναι νέο νόμισμα ή κάποιο κρυπτονόμισμα, αλλά το ίδιο ευρώ, σε ψηφιακή μορφή και με αξία πάντοτε ένα προς ένα.
Στην πράξη, ο πολίτης θα μπορεί να δημιουργεί ψηφιακό πορτοφόλι μέσω της τράπεζάς του ή άλλου εγκεκριμένου φορέα. Εάν μεταφέρει σε αυτό 50 ευρώ, το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού του θα μειώνεται κατά 50 ευρώ και το πορτοφόλι θα αποκτά 50 ψηφιακά ευρώ. Η διαδικασία θα θυμίζει ανάληψη από ΑΤΜ, μόνο που τα χρήματα δεν θα μετατρέπονται σε χαρτονομίσματα αλλά σε «ψηφιακά μετρητά». Θα μπορούν επίσης να επιστρέφουν στον λογαριασμό, χωρίς οι καταθέσεις να μετατρέπονται υποχρεωτικά σε ψηφιακό ευρώ.
Με αυτό το πορτοφόλι ο χρήστης θα μπορεί να πληρώνει με κινητό, smartwatch ή κάρτα, σε φυσικά και ηλεκτρονικά καταστήματα, αλλά και να στέλνει χρήματα απευθείας σε άλλους ιδιώτες. Το ίδιο μέσο θα χρησιμοποιείται σε ολόκληρη την ευρωζώνη, ενώ θα υποστηρίζει και offline συναλλαγές, χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο, σε συμβατές συσκευές και σημεία αποδοχής. Οι βασικές υπηρεσίες προβλέπεται να παρέχονται δωρεάν. Εάν μια πληρωμή ξεπερνά το διαθέσιμο υπόλοιπο, η διαφορά θα μπορεί να αντλείται αυτόματα από συνδεδεμένο τραπεζικό λογαριασμό.
Μέσο πληρωμής, χωρίς επιτόκιο «κατάθεσης»
Το ψηφιακό ευρώ προορίζεται για πληρωμές και όχι για αποταμίευση. Γι’ αυτό δεν θα προσφέρει τόκο και θα συνοδεύεται από ανώτατο όριο κατοχής, ώστε να αποτραπεί η μαζική μεταφορά καταθέσεων από τις εμπορικές τράπεζες προς το Ευρωσύστημα. Το ύψος του ορίου δεν έχει αποφασιστεί, αν και εξετάζονται σενάρια έως περίπου 3.000 ευρώ ανά πρόσωπο. Στις offline συναλλαγές επιδιώκεται ιδιωτικότητα αντίστοιχη των μετρητών, ενώ στις online πληρωμές οι τράπεζες θα διατηρούν μόνο τα στοιχεία που απαιτεί η νομοθεσία κατά του ξεπλύματος χρήματος.
Παράλληλα, το ψηφιακό ευρώ φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως ευρωπαϊκό αντίβαρο στη Visa, τη Mastercard και άλλους μη ευρωπαϊκούς παρόχους πληρωμών. Οι εταιρείες αυτές δεν εκδίδουν τα ευρώ των καταναλωτών, αλλά λειτουργούν τα διεθνή δίκτυα μέσα από τα οποία περνούν οι συναλλαγές με κάρτα. Με το ψηφιακό ευρώ, μια πληρωμή θα μπορεί να ολοκληρώνεται μέσω ευρωπαϊκής δημόσιας υποδομής, χωρίς να περνά υποχρεωτικά από αυτά τα δίκτυα. Η Ευρώπη επιδιώκει έτσι μεγαλύτερο έλεγχο στις υποδομές, στα δεδομένα, στο κόστος και στην ανθεκτικότητα των καθημερινών συναλλαγών.
Πέρα από τη στρατηγική διάσταση, η ΕΚΤ θέλει να δημιουργήσει ένα ηλεκτρονικό μέσο πληρωμής που θα γίνεται αποδεκτό με τους ίδιους βασικούς κανόνες σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Ο πολίτης δεν θα χρειάζεται διαφορετικό εθνικό μέσο πληρωμής κάθε φορά που ταξιδεύει, ενώ οι περισσότεροι έμποροι που δέχονται ψηφιακές πληρωμές προβλέπεται να υποχρεούνται να το αποδέχονται. Το ψηφιακό ευρώ δεν θα είναι «προγραμματιζόμενο χρήμα», μιας που η ΕΚΤ δεν θα μπορεί να καθορίζει πού, πότε ή για ποιο προϊόν θα δαπανηθεί.
Το πιλοτικό πρόγραμμα θα αρχίσει στο δεύτερο εξάμηνο του 2027 και θα διαρκέσει 12 μήνες, δοκιμάζοντας πληρωμές μεταξύ ιδιωτών, σε καταστήματα και στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Στην πιλοτική περίοδο δεν θα αποτελεί ακόμη κανονικό χρήμα. Εφόσον το ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο ολοκληρωθεί μέσα στο 2026, θα απαιτηθεί στη συνέχεια ξεχωριστή απόφαση της ΕΚΤ για την έκδοση του ψηφιακού ευρώ. Το 2029 αποτελεί επομένως δυναμικό στόχο που επιδέχεται αλλαγής. Σε κάθε περίπτωση, το ψηφιακό ευρώ θα συμπληρώνει τα μετρητά και τις τραπεζικές καταθέσεις, χωρίς να τα αντικαθιστά.



