Τα επίγεια καζίνο στην Ελλάδα βρίσκονται σε μια περίοδο ουσιαστικής αλλαγής, καθώς το μοντέλο στο οποίο στηρίχθηκαν για δεκαετίες δείχνει ολοένα και λιγότερο ικανό να ανταποκριθεί στις σημερινές συνθήκες της αγοράς.
Η συρρίκνωση της δραστηριότητας τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με την εκρηκτική ανάπτυξη των διαδικτυακών τυχερών παιχνιδιών, έχει περιορίσει το ειδικό βάρος των καζίνο στο συνολικό οικοσύστημα του gaming και έχει μεταφέρει το ενδιαφέρον από το ίδιο το παιχνίδι στη συνολική επιχειρηματική τους υπόσταση. Σήμερα, το βασικό ερώτημα δεν αφορά την ανάκαμψη του επίγειου gaming, αλλά το κατά πόσο τα καζίνο μπορούν να σταθούν ως βιώσιμες επιχειρήσεις μέσα από ένα ευρύτερο σχήμα που συνδυάζει ακίνητα, φιλοξενία και χρηματοοικονομική εξυγίανση.
Η μετατόπιση της ζήτησης προς το online έχει αλλάξει ριζικά τις ισορροπίες. Το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης στον κλάδο των τυχερών παιχνιδιών καταγράφεται πλέον στις ψηφιακές πλατφόρμες, με τα επίγεια καζίνο να διατηρούν περιορισμένο μερίδιο στο συνολικό ακαθάριστο έσοδο της αγοράς. Παρότι τα τελευταία χρόνια καταγράφεται μια συγκρατημένη βελτίωση στα οικονομικά τους μεγέθη, τα έσοδα παραμένουν αισθητά χαμηλότερα σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι πιέσεις δεν είναι συγκυριακές αλλά διαρθρωτικές.
Σε αυτό το περιβάλλον, η βιωσιμότητα ορισμένων επίγειων καζίνο δοκιμάζεται, καθώς το παραδοσιακό μοντέλο λειτουργίας τους καλείται να προσαρμοστεί στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της αγοράς. Οι πιέσεις που καταγράφονται δεν είναι ομοιόμορφες σε όλες τις επιχειρήσεις και συνδέονται τόσο με τη μείωση της δραστηριότητας όσο και με το αυξημένο λειτουργικό και χρηματοοικονομικό βάρος που έχει συσσωρευτεί τα προηγούμενα χρόνια. Το επενδυτικό ενδιαφέρον που εκδηλώνεται κατά περίπτωση επικεντρώνεται λιγότερο στο επίγειο gaming και περισσότερο στη διαχείριση υφιστάμενων υποχρεώσεων και στις δυνατότητες αξιοποίησης των ακινήτων στο πλαίσιο ενός διαφορετικού επιχειρηματικού μοντέλου. Σε αυτό το πλαίσιο, ζητήματα χρηματοοικονομικής εξυγίανσης αναδεικνύονται ως κρίσιμη παράμετρος για οποιαδήποτε συζήτηση γύρω από τη συνέχεια της δραστηριότητας.
Η διάσταση του real estate αποκτά έτσι κεντρικό ρόλο. Σε διεθνές επίπεδο, τα καζίνο έχουν εγκαταλείψει τον χαρακτήρα του αυτόνομου χώρου παιχνιδιού και έχουν ενσωματωθεί σε ολοκληρωμένα συγκροτήματα φιλοξενίας και ψυχαγωγίας. Το παιχνίδι λειτουργεί ως συμπληρωματική δραστηριότητα μέσα σε ένα ευρύτερο επιχειρηματικό μοντέλο, το οποίο βασίζεται κυρίως στην τουριστική κίνηση, τη φιλοξενία, τα συνέδρια και τις εμπορικές χρήσεις. Η αξία μεταφέρεται από την αποκλειστική απόδοση του gaming στην αξιοποίηση του ακινήτου και στη συνολική εμπειρία του επισκέπτη.
Σε αυτή τη λογική εντάσσονται και τα δύο μεγάλα projects που βρίσκονται σε εξέλιξη στην ελληνική αγορά. Το ολοκληρωμένο συγκρότημα καζίνο και ξενοδοχείου στο Ελληνικό και το project Voria στο Μαρούσι, που προβλέπει τη μετεγκατάσταση του καζίνο της Πάρνηθας, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα της προσπάθειας μετάβασης σε ένα μοντέλο real estate και hospitality. Πρόκειται για επενδύσεις υψηλού κεφαλαιακού κόστους και μακροχρόνιου ορίζοντα απόσβεσης, οι οποίες δεν στηρίζονται πρωτίστως στα έσοδα του gaming, αλλά στη συνολική λειτουργία των συγκροτημάτων και στην ικανότητά τους να προσελκύσουν επισκέπτες υψηλότερης δαπάνης.
Το έργο στο Ελληνικό, με προϋπολογισμό που προσεγγίζει τα 1,8 δισ. ευρώ, έχει στόχο να λειτουργήσει ως νέος πόλος τουρισμού και ψυχαγωγίας για την Αθήνα, με ξενοδοχειακές υποδομές υψηλών προδιαγραφών, συνεδριακούς χώρους και υπηρεσίες που απευθύνονται σε διεθνές κοινό. Αντίστοιχα, το Voria, ύψους περίπου 350 εκατ. ευρώ, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο αστικής ανάπτυξης στα βόρεια προάστια, με στόχο τη μετατροπή του καζίνο της Πάρνηθας σε μέρος ενός πολυλειτουργικού συγκροτήματος. Και στις δύο περιπτώσεις, η βιωσιμότητα των επενδύσεων θα κριθεί από τη συνολική τους απόδοση ως real estate projects και όχι από την πορεία του επίγειου παιχνιδιού.
Καθοριστικό ρόλο στη μετάβαση αυτή αναμένεται να διαδραματίσει και το ρυθμιστικό πλαίσιο. Η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων επεξεργάζεται αλλαγές, οι οποίες εκτιμάται ότι θα ευθυγραμμίσουν τη λειτουργία των καζίνο με τα νέα δεδομένα της αγοράς. Οι όροι φορολόγησης, τα χρονοδιαγράμματα μετασχηματισμού και οι προϋποθέσεις βιωσιμότητας αναμένεται να λειτουργήσουν ως μηχανισμός διαχωρισμού, ευνοώντας τις κεφαλαιακά ισχυρές επενδύσεις και περιορίζοντας τα περιθώρια συνέχισης της δραστηριότητας για μονάδες που δεν μπορούν να ενταχθούν στο νέο μοντέλο.
Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται για τα καζίνο στην Ελλάδα παραπέμπει σε έναν κλάδο που μετακινείται από το στενό πλαίσιο του gaming προς ένα ευρύτερο επιχειρηματικό πεδίο, όπου το real estate, η φιλοξενία και η χρηματοοικονομική βιωσιμότητα αποκτούν κεντρικό ρόλο. Η μετάβαση αυτή δεν αφορά το σύνολο των επιχειρήσεων ούτε προεξοφλεί την επιτυχία, αλλά διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αξιολογηθεί η επόμενη ημέρα του κλάδου. Όσοι διαθέτουν επαρκή κεφάλαια, ακίνητη περιουσία και πρόσβαση σε χρηματοδότηση μπορούν να διεκδικήσουν θέση στο νέο περιβάλλον. Για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, τα περιθώρια προσαρμογής περιορίζονται.



