Ισχυρή αναπτυξιακή πορεία συνέχισε να καταγράφει η ελληνική αγορά ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων στο πρώτο τετράμηνο του 2026, σύμφωνα με τα στοιχεία της Circana, με τη συνολική αξία των πωλήσεων να αυξάνεται κατά 6,5% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Συγκεκριμένα, η αγορά των ταχυκίνητων αγαθών που πωλούν τα σούπερ μάρκετ διαμορφώθηκε στα 4,646 δισ. ευρώ, έναντι 4,364 δισ. ευρώ στο τετράμηνο του προηγούμενου έτους. Την ίδια στιγμή παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να υπάρχει η προοπτική σημαντικής περαιτέρω ανάπτυξης για το ηλεκτρονικό κανάλι των σούπερ μάρκετ, το online grocery κινήθηκε ήπια ανοδικά, με τζίρο 106 εκατ. ευρώ και αύξηση 2% σε ετήσια βάση, σε σημαντική απόσταση από τις πωλήσεις στα φυσικά καταστήματα, τα οποία αναπτύσσονται σχεδόν με υπερτριπλάσιο ρυθμό από τα ηλεκτρονικά σούπερ μάρκετ. Αναφορικά με τις ηλεκτρονικές πωλήσεις, αναφέρουμε παρόλ’ αυτά ότι οι παραγγελίες μειώθηκαν κατά 3%, ωστόσο η μέση αξία καλαθιού αυξήθηκε κατά 5%, δείχνοντας ότι οι καταναλωτές πραγματοποιούν λιγότερες αλλά μεγαλύτερης αξίας αγορές μέσω διαδικτύου.
Ανθεκτικότητα στην κατανάλωση
Η αύξηση των πωλήσεων στα ταχυκίνητα προϊόντα που πωλούνται από τα φυσικά καταστήματα σούπερ μάρκετ επιβεβαιώνει ότι η παραμένει ανθεκτική, παρά το γεγονός ότι οι ανατιμήσεις έχουν σαφώς ηπιότερη ένταση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, γεγονός που εκ τω πραγμάτων ενίσχυε το τζίρο των αλυσίδων. Σε ό,τι αφορά τη μέση τιμή ανά μονάδα αυξήθηκε κατά 1,9%, γεγονός που δείχνει ότι η άνοδος της αγοράς δεν προέρχεται αποκλειστικά από πληθωριστικές πιέσεις, αλλά και από αυξημένη αξία κατανάλωσης.
Τα τρόφιμα παραμένουν ο βασικός μοχλός ανάπτυξης, καθώς ενισχύθηκαν κατά 7% και αντιπροσωπεύουν πλέον το 83,4% της συνολικής αξίας της αγοράς FMCG. Η αύξηση της μέσης τιμής στα τρόφιμα ήταν υψηλότερη από τον μέσο όρο της αγοράς, φτάνοντας το 2,5%, στοιχείο που δείχνει ότι η κατηγορία εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά τη συνολική εικόνα του κλάδου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ισχυρή άνοδος των προϊόντων επί ζυγίω – μη συσκευασμένων, τα οποία κατέγραψαν αύξηση 9%, υψηλότερη από το 5,7% των συσκευασμένων προϊόντων σταθερού barcode. Παρ’ όλα αυτά, τα προϊόντα σταθερού barcode εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς, με μερίδιο 76,5% στο συνολικό τζίρο των ταχυκίνητων καταναλωτικών αγαθών. Στα προϊόντα επί ζυγίω, η ανάπτυξη προήλθε κυρίως από κατηγορίες όπως τα λαχανικά, το κοτόπουλο, το κρέας και τα ψάρια, που παραμένουν βασικά είδη στο καλάθι των νοικοκυριών.
Θετική εικόνα καταγράφεται σε όλες τις γεωγραφικές περιοχές της χώρας. Η Αττική διατηρεί τη μεγαλύτερη συμμετοχή στην αγορά, με μερίδιο 44,1%, επιβεβαιώνοντας τον κυρίαρχο ρόλο της στην κατανάλωση. Την υψηλότερη ανάπτυξη εμφανίζει η Κεντρική Ελλάδα, με αύξηση 6,7%, ενώ ανοδικά κινούνται και τα νησιά, με ρυθμό 6,5%, εξέλιξη που συνδέεται και με την ενίσχυση της τουριστικής δραστηριότητας.
Συνεχίζεται η αύξηση του τζίρου για την ιδιωτική ετικέτα
Την ίδια στιγμή, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας συνεχίζουν να κερδίζουν έδαφος. Σύμφωνα με τη Circana, οι πωλήσεις private label αυξήθηκαν κατά 6,6%, έναντι 5,4% των επώνυμων προϊόντων. Το μερίδιό τους σε αξία έχει πλέον φτάσει στο 27,4%, επιβεβαιώνοντας ότι οι καταναλωτές εξακολουθούν να αναζητούν οικονομικότερες επιλογές, χωρίς να εγκαταλείπουν απαραίτητα τις βασικές κατηγορίες κατανάλωσης.
Σε ό,τι αφορά ένταση των προωθητικών ενεργειών, κυρίως στα τρόφιμα, αντιστοιχεί περίπου στο 1/3 των συνολικών πωλήσεων στα σούπερ μάρκετ. Ειδικότερα, το ποσοστό της αξίας που προέρχεται από προσωρινές μειώσεις τιμών έφτασε στο 27,8%, στοιχείο που δείχνει ότι οι προσφορές παραμένουν βασικό εργαλείο τόσο για τις αλυσίδες όσο και για τους προμηθευτές, σε μια περίοδο που η τιμή εξακολουθεί να επηρεάζει έντονα την αγοραστική συμπεριφορά.
Συνολικά, τα στοιχεία της Circana δείχνουν ότι η ελληνική αγορά FMCG διατηρεί ισχυρό ρυθμό ανάπτυξης στο ξεκίνημα του 2026, με οδηγό τα τρόφιμα, τα προϊόντα επί ζυγίω και την περαιτέρω ενίσχυση της ιδιωτικής ετικέτας. Παράλληλα, η ηπιότερη άνοδος των τιμών και η αυξημένη σημασία των προσφορών δείχνουν ότι ο ανταγωνισμός στην αγορά παραμένει έντονος, με τις αλυσίδες και τους προμηθευτές να διεκδικούν μερίδιο σε ένα καταναλωτικό περιβάλλον που παραμένει ευαίσθητο στην τιμή.



