Με νέες αφίξεις και σταδιακή ενεργοποίηση των επιμέρους χρήσεων του, το Ilisian περνά στην επόμενη φάση λειτουργίας του. Το συγκρότημα της Βασιλίσσης Σοφίας, που ήδη έχει επανέλθει στον χάρτη της φιλοξενίας με το Conrad Athens, εξελίσσεται σε πολυλειτουργικό προορισμό, με το επενδυτικό πλάνο να ξεδιπλώνεται σε δόσεις.
Η αρχή έχει γίνει με το Conrad, το οποίο καταγράφει από τις πρώτες ημέρες λειτουργίας του πληρότητα κοντά στο 50%. Στο επόμενο διάστημα, παραδίδονται οι 18 branded κατοικίες Conrad, που αναπτύσσονται στους υψηλούς ορόφους του κτιρίου, από τον 8ο έως τον 12ο. Πρόκειται για μοντέλο που στηρίζεται σε συνιδιοκτησία, με σημαντικό ποσοστό των ιδιοκτητών να εντάσσεται ήδη στο πρόγραμμα εκμίσθωσης μέσω του ξενοδοχείου. Σε δεύτερο χρόνο, εντός του 2026, θα ακολουθήσει η ολοκλήρωση των κατοικιών υπό το brand Waldorf Astoria, με αυτόνομη είσοδο από τη Μιχαλακοπούλου. Σε αντίθεση με τις Conrad Residences, οι συγκεκριμένες απευθύνονται σε μακροχρόνια διαμονή και δεν εντάσσονται στη βραχυχρόνια εκμετάλλευση του ξενοδοχείου, διαμορφώνοντας μια σαφή διάκριση χρήσεων εντός του ίδιου συγκροτήματος.
Παράλληλα, το Ilisian «χτίζει» σταδιακά την ταυτότητά του ως προορισμός εστίασης. Συνολικά προβλέπονται δέκα χώροι φαγητού και ποτού, με δύο από αυτούς να παραμένουν προς το παρόν εκτός δημοσιότητας, ενώ στον ορίζοντα βρίσκεται και ένα venue νυχτερινής διασκέδασης που μετατίθεται για τον χειμώνα. Ήδη, μέσα στον Μάιο αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία το εστιατόριο δίπλα στην πισίνα Oasis. Στο ίδιο πλέγμα εντάσσεται και η επαναλειτουργία εμβληματικών χώρων. Το Βυζαντινό επανέρχεται ως grand brasserie, συνδυάζοντας δύο μενού ελληνικής και γαλλικής κουζίνας, με συμπληρωματικές χρήσεις όπως café και patisserie–chocolaterie, ενώ το Athenian Lounge τοποθετείται ως all-day σημείο συνάντησης με διεθνές μενού.
Στην ίδια κατεύθυνση, το Galaxy επανεμφανίζεται με διπλή υπόσταση, ως εστιατόριο υψηλής γαστρονομίας και μπαρ. Στο μέτωπο του λιανεμπορίου και των εμπειριών, το συγκρότημα εμπλουτίζεται επίσης σταδιακά. Ήδη λειτουργεί concept store με επιλεγμένους δημιουργούς, ενώ έχουν κάνει την εμφάνισή τους το ανθοπωλείο Secret Garden και pop-up παρουσία της Zeus & Dione. Το επόμενο διάστημα αναμένονται νέα ανοίγματα, μεταξύ των οποίων το κομμωτήριο υπό το brand Vangelis Hatzis, κατάστημα ραπτικής Kourlas για tailor made κοστούμια, καθώς και το Maison Kids Club – ένας χώρος απασχόλησης παιδιών με δομή που παραπέμπει σε μικρογραφία ξενοδοχείου. Παράλληλα, επιστρέφουν γνώριμες χρήσεις όπως το κοσμηματοπωλείο Kessaris και το κουρείο.

Σημαντικό μέρος της καθημερινής λειτουργίας έχει ήδη ενεργοποιηθεί μέσω της λέσχης μελών NYNN, που άνοιξε το καλοκαίρι, εισάγοντας στοιχεία co-working, ευεξίας και κοινωνικής δικτύωσης σε ένα περιβάλλον που απευθύνεται σε πιο «κλειστό» κοινό. Οι υποδομές ευεξίας ενισχύονται περαιτέρω με spa, εσωτερικούς χώρους άσκησης, αλλά και εξωτερικές εγκαταστάσεις, όπως διάδρομος τρεξίματος 700 τ.μ..
Το συνολικό project, με επένδυση που προσεγγίζει τα 350 εκατ. ευρώ από την πλευρά της ΤΕΜΕΣ και της οικογένειας Olayan, αναπτύσσεται με στόχο να δημιουργήσει έως 800 θέσεις εργασίας.
Η μετάβαση του ιστορικού Hilton Athens στη νέα του μορφή ξεκίνησε ουσιαστικά στα τέλη του 2020, όταν τμήματα του ξενοδοχείου άρχισαν να αποσύρονται από τη λειτουργία, προκειμένου να προχωρήσει η ανακατασκευή του συγκροτήματος και να κλείσει ο κύκλος που είχε ανοίξει σχεδόν έξι δεκαετίες νωρίτερα.

Τον Απρίλιο του 1963, το Hilton Αθηνών υποδέχθηκε τους πρώτους επισκέπτες του, σηματοδοτώντας μια νέα φάση για την τουριστική ανάπτυξη της χώρας. Το εγχείρημα είχε ξεκινήσει από τον Ιγκόρ Πεζά, ο οποίος κινήθηκε γρήγορα για να εξασφαλίσει τόσο τη συνεργασία με την αμερικανική αλυσίδα όσο και το οικόπεδο, που ανήκε στην Εφορεία Υλικού Πολέμου και παραχωρήθηκε με πολιτική στήριξη της εποχής. Η αρχιτεκτονική υπογραφή του έργου ανήκει σε μια ομάδα Ελλήνων αρχιτεκτόνων – Εμμανουήλ Βουρέκα, Προκόπη Βασιλειάδη, Σπύρο Στάικο και Αντώνη Γεωργιάδη – οι οποίοι διαμόρφωσαν ένα κτίριο που ταυτίστηκε με τη μεταπολεμική εικόνα της Αθήνας. Η πορεία της αρχικής επένδυσης, ωστόσο, δεν ήταν γραμμική, καθώς η οικονομική κατάρρευση του Πεζά οδήγησε στη μεταβίβαση του project στον Στρατή Ανδρεάδη, ο οποίος ανέλαβε την ολοκλήρωσή του. Το αποτέλεσμα ήταν ένα ξενοδοχείο που δεν λειτούργησε μόνο ως μονάδα φιλοξενίας, αλλά ως σύμβολο μιας εποχής, με τα ανάγλυφα του Γιάννη Μόραλη να ενισχύουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του κτιρίου και να το καθιστούν σημείο αναφοράς για δεκαετίες.
Σημειώνεται ότι την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004 αποτέλεσε έδρα της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής, ενώ συνδέθηκε και με τη σύγχρονη ιστορία όταν φιλοξενούσε την Τρόικα.



