14 Μαΐου 1853
Σήμερα, ένα μπουκάλι γάλα υπάρχει σε κάθε ψυγείο του πλανήτη, αφού οι ετήσιες πωλήσεις αυτής της αγοράς αγγίζουν το 1 τρισ. δολάρια. Όμως τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι. Τον 19ο αιώνα, το γάλα με το ζόρι θεωρούνταν μια τροφή για παιδιά: Χαλούσε γρήγορα, ενδεχομένως να μετέφερε μικρόβια και ήταν αδύνατο να διατηρηθεί για περισσότερες από 1-2 μέρες. Όλα αυτά άλλαξαν στις 14 Μαΐου του 1853, όταν ο εφευρέτης Gail Borden κατοχύρωσε την πατέντα για το γάλα εβαπορέ. Δεν το γνώριζε τότε, αλλά τη στιγμή εκείνη ξεκινούσε για να αλλάξει τις διατροφικές συνήθειες δισεκατομμυρίων ανθρώπων ανά τον πλανήτη και να δημιουργήσει μια από τις πιο ισχυρές βιομηχανίες τροφίμων του κόσμου.
Ο Borden είχε πάει με το ζόρι στο σχολείο για ένα χρόνο και δεν είχε την παραμικρή επιστημονική ειδίκευση. Όμως, είχε αφιερώσει τη ζωή του στο πάθος του για την έρευνα και την επιθυμία του να βελτιώσει την καθημερινότητα του ανθρώπου.
«Το γάλα είναι ένα ζωντανό υγρό. Μόλις αρμεχθεί από την αγελάδα αρχίζει να πεθαίνει, να αλλάζει και να αποσυντίθεται», θα έγραφε, σύμφωνα με το Smithsonian Magazine.

Η αντίληψή του αυτή ενισχύθηκε όταν σε ένα ταξίδι με ατμόπλοιο από την Αγγλία πίσω στην Αμερική, είδε καταρρακωμένος παιδιά να πεθαίνουν έπειτα από την κατανάλωση χαλασμένου γάλακτος από τις αγελάδες του πλοίου.
Όταν επέστρεψε, ήταν αποφασισμένος να διερευνήσει την πεποίθησή του ότι τρόφιμα κάθε είδους μπορούσαν να συμπυκνωθούν, ώστε να διατηρούνται καλύτερα και να είναι πιο ασφαλή προς κατανάλωση.
Βέβαια, την εποχή εκείνη, πολλοί επιχειρούσαν να βράσουν το γάλα, όμως όταν το έβαζαν απευθείας πάνω στη δυνατή φωτιά, αυτό καιγόταν, άλλαζε χρώμα και ξίνιζε.
Ο Borden είχε την ιδέα να χρησιμοποιήσει μια λεγόμενη «κατσαρόλα κενού», στην οποία το γάλα ζεσταινόταν αργά και ομοιόμορφα, κάτι που επέτρεπε την σταδιακή εξάτμιση, χωρίς υπερβολικά υψηλές θερμοκρασίες που θα το έκαιγαν. Με δεδομένο ότι το γάλα αποτελείται κατά τα τρία τέταρτα από νερό, όταν το νερό εξατμιζόταν, αυτό που έμενε ήταν το συμπυκνωμένο γάλα (evaporated milk στα αγγλικά, εβαπορέ όπως καθιερώθηκε να λέγεται στην Ελλάδα).
Για πρώτη φορά, το γάλα μπορούσε να παραμείνει αγνό και να αποθηκευτεί χωρίς να απαιτείται ψύξη. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσε να μεταφερθεί ακόμα και σε μεγάλες αποστάσεις.

Έπειτα από κάποιες αποτυχίες, ο Borden άνοιξε ένα εργοστάσιο συμπύκνωσης γάλακτος στο Wassaic της Νέας Υόρκης.
Με το ξέσπασμα του Εμφυλίου Πολέμου, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρήγγειλε γάλα εβαπορέ για να το μοιράσει στους στρατιώτες και αυτοί, όταν επέστρεφαν στα σπίτια τους, μιλούσαν στις οικογένειές τους για αυτό το γάλα που παρέμενε φρέσκο για πάντα.
Ο ίδιος έγινε διάσημος και πλούσιος, αλλά δεν σταμάτησε να επιδιώκει διάφορες εφευρέσεις, έστω και εάν κάποιες φορές γινόταν περίγελος χάρη σε αυτές.
Όπως τότε που προσπάθησε να καθιερώσει τα μπισκότα κρέατος, αποξηραίνονταν την πρώτη ύλη, αναμειγνύοντάς την με αλεύρι και στη συνέχεια φτιάχνοντας μπισκότα. Αν και το αποτέλεσμα ήταν, σύμφωνα με πολλούς, αηδιαστικό, κάτι σαν λιωμένη κόλλα και μελάσα, εντούτοις τα μπισκότα κρέατος ήταν μια μάλλον βολική τροφή, για αυτό και καταναλώνονταν από εκείνους που έψαχναν για χρυσό στην Καλιφόρνια ή σε αποστολές στην Αρκτική.
Όμως ο αμερικανικός στρατός, ο οποίος θα μπορούσε να εξασφαλίσει την οικονομική επιτυχία αυτής της εφεύρεσης, αποφάσισε τελικά ότι τα μπισκότα κρέατος ήταν «όχι μόνο δυσάρεστα, αλλά και απέτυχαν να κατευνάσουν την πείνα, προκαλώντας πονοκέφαλο, ναυτία και μεγάλη μυϊκή εξασθένηση». Η επιχείρηση μπισκότων απέτυχε, οδηγώντας το Borden σε πτώχευση.
Τελικά, ο Borden πέθανε σε ηλικία 72 ετών, έχοντας κερδίσει τον θαυμασμό όσων τον γνώριζαν. Η Borden Family of Companies έφτασε να γίνει, κάποια στιγμή, η μεγαλύτερη εταιρεία γαλακτοκομικών και ζυμαρικών στις ΗΠΑ. Αν και ο αρχικός όμιλος διαλύθηκε από την εταιρεία private equity KKR τη δεκαετία του 1990, το brand name επιβιώνει μέχρι και σήμερα, μέσω της Borden Dairy Company.



