Η ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία βελτιώνει την κερδοφορία της χωρίς να έχει πραγματικά ανακάμψει. Παράγει λιγότερο, κλείνει ακριβές μονάδες, περιορίζει θέσεις εργασίας και επενδύσεις και μεταφέρει κεφάλαια προς δραστηριότητες με υψηλότερες αποδόσεις. Τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου δείχνουν περισσότερο την επιτυχία μιας αναδιάρθρωσης παρά την ουσιαστική επιστροφή της ζήτησης.
Τα στοιχεία της Cefic (European Chemical Industry Council) και της Eurostat αποτυπώνουν αυτή την πραγματικότητα. Η παραγωγή χημικών στην ΕΕ μειώθηκε κατά 3,2% στο πρώτο τρίμηνο του 2026 και παρέμεινε 16% χαμηλότερα από το 2021. Η αξιοποίηση των μονάδων ανέβηκε στο 74,3% στο δεύτερο τρίμηνο, αλλά απέχει από τον μακροχρόνιο μέσο όρο του 81,3%. Οι πωλήσεις Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου υποχώρησαν κατά 7%, ενώ τα βιβλία παραγγελιών παρέμειναν αρνητικά.
Εξοικονόμηση δύο δις ευρώ και άνοδος EBITDA κατά 53,5%
Η BASF, ο μεγαλύτερος ευρωπαϊκός χημικός όμιλος, αποτελεί ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα της νέας πραγματικότητας. Στο δεύτερο τρίμηνο οι πωλήσεις της αυξήθηκαν κατά 16,4%, στα 17,2 δις ευρώ, καθώς οι όγκοι ενισχύθηκαν κατά 7,3% και οι τιμές κατά 11,5%. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η βελτίωση στην κερδοφορία, με το προσαρμοσμένο EBITDA να αυξάνεται κατά 53,5%, στα 2,45 δις ευρώ.
Οι επιδόσεις αυτές δείχνουν πραγματική ενίσχυση της δραστηριότητας, όχι όμως μια καθαρή επιστροφή της τελικής ζήτησης. Η BASF αξιοποίησε τις διαταραχές προσφοράς στη Μέση Ανατολή, αύξησε την αξιοποίηση του διεθνούς της δικτύου και ενίσχυσε την παρουσία της στην Κίνα. Παράλληλα, είχε ήδη δημιουργήσει μια πολύ μικρότερη κοστολογική βάση, εξασφαλίζοντας ετήσιες εξοικονομήσεις περίπου 2 δις ευρώ, περιορίζοντας το προσωπικό κατά περίπου 7.000 θέσεις και κλείνοντας ενεργοβόρες εγκαταστάσεις στο Ludwigshafen. Το άλμα των κερδών δεν στηρίζεται, επομένως, σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά στη συνάντηση υψηλότερων τιμών και όγκων με μια βαθύτερη και πολυετή αναδιάρθρωση.
Ανάλογη είναι η εικόνα στην Evonik. Οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 11%, στα 3,89 δις ευρώ, με άνοδο 7% τόσο στους όγκους όσο και στις τιμές. Το προσαρμοσμένο EBITDA έφθασε τα 630 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 24%. Η εταιρεία παραδέχεται ότι ωφελήθηκε από τα προβλήματα μεταφοράς και τις ελλείψεις πρώτων υλών που περιόρισαν τους ασιάτες ανταγωνιστές. Η διοίκησή της χαρακτήρισε το ισχυρό τρίμηνο μια ζεστή καλοκαιρινή βροχή που δεν αλλάζει τις θεμελιώδεις προκλήσεις του κλάδου.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η Wacker, αλλά με ακόμη μεγαλύτερη συμβολή από τις περικοπές κόστους. Οι πωλήσεις της αυξήθηκαν κατά 7,4%, από 1,41 σε 1,52 δις ευρώ, καθώς οι όγκοι και το μείγμα προϊόντων πρόσθεσαν 6% και οι τιμές ακόμη 2%. Το EBITDA χωρίς το έκτακτο συνταξιοδοτικό όφελος έφθασε τα 175 εκατ. ευρώ, έναντι 114 εκατ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα. Από αυτή την αύξηση των περίπου 61 εκατ. ευρώ, τα 45 εκατ. προήλθαν από το πρόγραμμα εξοικονόμησης PACE. Με άλλα λόγια, σχεδόν τα τρία τέταρτα της λειτουργικής βελτίωσης οφείλονται στη χαμηλότερη κοστολογική βάση. Αυτό εξηγεί γιατί η διοίκηση, παρά τα καλύτερα αποτελέσματα, εξακολουθεί να μη βλέπει ουσιαστική ανάκαμψη στη ζήτηση από την αυτοκινητοβιομηχανία και τις κατασκευές.
Στην Arkema το EBITDA αυξήθηκε κατά 7,4%, παρότι οι όγκοι μειώθηκαν κατά 1,8%, επειδή οι τιμές αυξήθηκαν κατά 5,1%. Αντίστοιχα, στην Clariant οι όγκοι υποχώρησαν κατά 3,3%, αλλά οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 3% και το περιθώριο EBITDA βελτιώθηκε στο 18,2%. Αντίθετα, στη LANXESS οι πωλήσεις μειώθηκαν κατά 13,9% και το λειτουργικό EBITDA κατά 29,3%, ενώ στη Solvay το EBITDA υποχώρησε κατά 18,8%. Σε κάθε περίπτωση, οι περικοπές μπορούν να στηρίξουν τα περιθώρια, όχι να υποκαταστήσουν επ’ αόριστον τη ζήτηση.
Τριάντα εκατομμύρια τόνοι λιγότερης δυναμικότητας στην Ευρώπη
Η Evonik περικόπτει 2.800 θέσεις έως το 2026 και άλλες 3.200 έως το 2029, εγκαταλείποντας παράλληλα την παραγωγή πολυεστέρα. Η LANXESS κλείνει μονάδες στη Γερμανία και στη Βρετανία και σχεδιάζει ακόμη 550 περικοπές.
Συνολικά, η Cefic καταγράφει 37 εκατ. τόνους ανακοινωμένων κλεισιμάτων δυναμικότητας από το 2022 έως το 2025, έναντι μόλις 7 εκατ. τόνων επιβεβαιωμένων νέων έργων. Το καθαρό ισοζύγιο είναι αρνητικό κατά 30,2 εκατ. τόνους και επηρεάζονται περίπου 20.000 άμεσες θέσεις εργασίας. Οι επιβεβαιωμένες επενδύσεις νέας δυναμικότητας μειώθηκαν από 7,6 δις ευρώ το 2022 σε 1,5 δις ευρώ το 2025.
Πίσω από τη συρρίκνωση βρίσκεται το ενεργειακό χάσμα. Το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο κόστιζε στις αρχές του 2026 περίπου 42 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 13 ευρώ στις ΗΠΑ. Η ακριβότερη ενέργεια πλήττει κυρίως τα βασικά χημικά, όπου η παραγωγή οργανικών προϊόντων μειώθηκε κατά 12,7% και των πολυμερών κατά 9,2%. Παράλληλα, η κινεζική υπερδυναμικότητα πιέζει τις τιμές και αυξάνει τον ανταγωνισμό.
Σε κάθε περίπτωση, οι επενδύσεις δεν σταματούν, αλλά αλλάζουν χαρακτήρα και, προπαντός, γεωγραφία. Στην Ευρώπη κατευθύνονται κυρίως σε εξειδικευμένα προϊόντα και μονάδες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, ενώ τα μεγάλα έργα νέας δυναμικότητας αναπτύσσονται στην Ασία και στις ΗΠΑ. Γι’ αυτό η βελτίωση των αποτελεσμάτων δεν πρέπει να συγχέεται με επιστροφή της παραγωγής στη Γηραιά Ήπειρο. Οι όμιλοι προστατεύουν την κερδοφορία τους περιορίζοντας το ευρωπαϊκό παραγωγικό τους αποτύπωμα. Αυτή είναι και η άβολη πραγματικότητα του κλάδου. Οι εταιρείες μπορούν πλέον να κερδίζουν περισσότερα ακόμη και όταν η ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία γίνεται μικρότερη.



