Περισσότερο από χώρο αγορών, το σούπερ μάρκετ λειτουργεί πλέον ως σημείο ελέγχου των οικογενειακών δαπανών. Το 2025, το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων έχει προσαρμοστεί σε μια νέα κανονικότητα, όπου η ανάπτυξη είναι σταθερή, αντανακλώντας τις βασικές προτεραιότητες των νοικοκυριών. Σε ένα περιβάλλον όπου οι πληθωριστικές πιέσεις δεν έχουν εξαφανιστεί αλλά έχουν αφομοιωθεί, οι καταναλωτές δεν κινούνται πια με όρους έκτακτης ανάγκης, αλλά με μεγαλύτερη προσοχή στη σύνθεση του καλαθιού τους και στον έλεγχο της συνολικής δαπάνης.
Η ενίσχυση της κατανάλωσης εντός σπιτιού, που ξεκίνησε ως αντίδραση στο αυξημένο κόστος ζωής, φαίνεται να παγιώνεται ως συμπεριφορά. Οι επισκέψεις στα καταστήματα παραμένουν συχνές, όμως το καλάθι διαμορφώνεται με μεγαλύτερη έμφαση στα απολύτως αναγκαία. Το οργανωμένο λιανεμπόριο συνεχίζει έτσι να καταγράφει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, όχι επειδή οι καταναλωτές καταναλώνουν περισσότερο, αλλά επειδή τοποθετούν το σούπερ μάρκετ στο επίκεντρο της καθημερινής τους οικονομικής διαχείρισης.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία της NielsenIQ για το ενδεκάμηνο του 2025 επιβεβαιώνουν αυτή τη σταθερή διεύρυνση της αγοράς. Οι πωλήσεις στα καταστήματα άνω των 100 τ.μ., συμπεριλαμβανομένων των discounters, διαμορφώθηκαν στα 14,56 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 7,3% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Σε απόλυτους όρους, η άνοδος προσεγγίζει το 1 δισ. ευρώ, στοιχείο που δείχνει ότι η αγορά εξακολουθεί να κινείται ανοδικά, χωρίς όμως τα χαρακτηριστικά υπερθέρμανσης προηγούμενων περιόδων.
Η δομή της κατανάλωσης αναδεικνύει με σαφήνεια τον ρόλο του σούπερ μάρκετ ως χώρου κάλυψης βασικών αναγκών. Τα τρόφιμα και τα ποτά διατηρούν τον κυρίαρχο ρόλο τους, απορροφώντας το 54,7% της συνολικής αξίας της αγοράς και προσεγγίζοντας τα 8 δισ. ευρώ. Η εικόνα αυτή υπογραμμίζει ότι, παρά τις πιέσεις στο διαθέσιμο εισόδημα, οι καταναλωτές δύσκολα περικόπτουν τις δαπάνες που σχετίζονται άμεσα με τη διατροφή τους, ακόμη κι αν αναζητούν πιο οικονομικές ή πιο στοχευμένες επιλογές.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η πορεία των φρέσκων προϊόντων, τα οποία εξελίσσονται σε έναν από τους βασικούς μοχλούς στήριξης της αξίας της αγοράς. Η διψήφια αύξηση που καταγράφεται στην κατηγορία αυτή (+10,5%) και η συνολική της αξία, που υπερβαίνει τα 3,5 δισ. ευρώ, δεν αντανακλούν μόνο ανατιμήσεις. Συνδέονται και με μια σαφή στροφή προς επιλογές που παραπέμπουν στην ποιότητα, τη φρεσκάδα και την καθημερινή κατανάλωση, ενισχύοντας τον ρόλο των φυσικών καταστημάτων έναντι εναλλακτικών καναλιών.
Παράλληλα, μετά από μια μακρά περίοδο συγκράτησης δαπανών, οι καταναλωτές δείχνουν να επαναφέρουν σταδιακά κατηγορίες που είχαν υποχωρήσει. Η κατηγορία Bazaar, που περιλαμβάνει προϊόντα καθημερινής χρήσης και μικρά διαρκή αγαθά, εμφανίζει έντονη δυναμική, με άνοδο 9,9% και αξία κοντά στα 900 εκατ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη συνολική αξία των επισκέψεων στα καταστήματα και λειτουργεί υποστηρικτικά για τον κύκλο εργασιών των αλυσίδων.
Αντίθετα, σε κατηγορίες όπως τα προϊόντα καθαρισμού και η προσωπική υγιεινή, η ανάπτυξη παραμένει αισθητά χαμηλότερη. Οι περιορισμένοι ρυθμοί ανόδου υποδηλώνουν κορεσμό, έντονο ανταγωνισμό τιμών και ενίσχυση της στροφής προς οικονομικότερες λύσεις, σε μια αγορά όπου η σύγκριση τιμών και η πίεση στο κόστος είναι διαρκείς.
Η εικόνα διαφοροποιείται και ανά τύπο καταστήματος. Τα μεγάλα και μεσαία σούπερ μάρκετ εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος της αξίας, ωστόσο οι μικρότερες μονάδες και τα superettes εμφανίζουν επίσης θετικούς ρυθμούς, αντανακλώντας την ανάγκη για ευκολία και εγγύτητα. Το οργανωμένο λιανεμπόριο, συνολικά, δείχνει να προσαρμόζεται σε ένα πολυκαναλικό μοντέλο φυσικής παρουσίας, χωρίς να αλλάζει τον πυρήνα της καταναλωτικής συμπεριφοράς.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας διατηρούν σταθερό μερίδιο γύρω στο 24%, παρά τη σημαντική υποχώρηση των προωθητικών ενεργειών. Οι προσφορές μειώθηκαν αισθητά το 2025, τόσο συνολικά όσο και στα επώνυμα προϊόντα, χωρίς όμως να οδηγήσουν σε θεαματικές μετατοπίσεις μεριδίων. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι τα private label δεν λειτουργούν ως λύση ανάγκης, αλλά ως σταθερή επιλογή για ένα μεγάλο μέρος των καταναλωτών.
Η ηλεκτρονική πώληση συνεχίζει να αναπτύσσεται, ωστόσο παραμένει συμπληρωματικό κανάλι. Η αξία των online πωλήσεων αυξάνεται με ταχύτερους ρυθμούς σε σχέση με τα φυσικά καταστήματα, αλλά το μερίδιό τους παραμένει περιορισμένο, επιβεβαιώνοντας ότι η κύρια μάχη του οργανωμένου λιανεμπορίου εξακολουθεί να δίνεται στο φυσικό κατάστημα.
Συνολικά, το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων το 2025 δείχνει μια αγορά που έχει εισέλθει σε μια πιο ώριμη φάση λειτουργίας. Η ανάπτυξη παραμένει παρούσα, αλλά εκδηλώνεται με πιο επιλεκτικό τρόπο, με έμφαση στις βασικές ανάγκες και στη σύνθεση του καλαθιού. Για τις αλυσίδες, η πρόκληση μετατοπίζεται από την απλή αύξηση του τζίρου στη διαχείριση ενός καταναλωτή πιο προσεκτικού, πιο απαιτητικού και λιγότερο ανεκτικού σε νέες αυξήσεις τιμών.



