Το 1981, σε μια πτήση Παρίσι-Λονδίνο, μια Βρετανίδα ηθοποιός ανοίγει το ντουλάπι αποσκευών πάνω από το κάθισμα και τα πράγματά της σκορπίζονται παντού. Η Τζέιν Μπίρκιν (Jane Birkin) δεν έχει ιδέα ότι αυτή η στιγμή αμηχανίας θα οδηγήσει στη δημιουργία της πιο ακριβής τσάντας στην ιστορία της μόδας.
Ο άνδρας που κάθεται δίπλα της και την βοηθά να μαζέψει τα πράγματά της είναι ο Ζαν-Λουί Ντιμά (Jean-Louis Dumas), CEO και πρόεδρος της Hermès. Μέχρι το τέλος της πτήσης, οι δυο τους σχεδιάζουν την ιδανική τσάντα. Το σχέδιο αποτυπώνεται στο πίσω μέρος μιας σακούλας αεροσκάφους.
Αυτή είναι η ιστορία της Hermès, μιας εταιρείας που ξεκίνησε φτιάχνοντας σέλες για άλογα και έφτασε να πουλά από τις πιο ακριβές τσάντες στον κόσμο, διατηρώντας σε κάθε βήμα το ίδιο πράγμα: την εμμονή με τη χειροτεχνία.
Σέλες για αριστοκράτες
Ο Τιερί Ερμές (Thierry Hermès) γεννήθηκε στο Krefeld της (σημερινής) Γερμανίας, από Γάλλο πατέρα και Γερμανίδα μητέρα. Έφτασε στο Παρίσι μετά από χρόνια μαθητείας ως τεχνίτης σελών και το 1837 άνοιξε το πρώτο του εργαστήριο. Πουλούσε χαλινάρια, λουριά και εξοπλισμό ιππασίας υψηλής ποιότητας στην αριστοκρατία του Παρισιού, στον Ναπολέοντα Γ΄ και στην αυτοκράτειρα Ευγενία.
Το εργαστήριο διακρίθηκε με χρυσά μετάλλια σε μια εποχή που αυτό σήμαινε απευθείας πρόσβαση στους βασιλικούς οίκους της Ευρώπης. Όταν ο Τιερί Ερμές πέθανε το 1878, ο γιος του Σαρλ-Εμίλ (Charles-Émile) μετέφερε την εταιρεία στη διεύθυνση που παραμένει η έδρα της Hermès μέχρι σήμερα: 24, rue du Faubourg Saint-Honoré.
Όταν τα αυτοκίνητα αντικατέστησαν τα άλογα
Στις αρχές του 20ού αιώνα, τα άλογα αρχίζουν να εξαφανίζονται από τους δρόμους. Για μια εταιρεία που βασίζεται αποκλειστικά στην ιππική βιομηχανία, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει το τέλος. Ο Εμίλ-Μορίς Ερμές (Émile-Maurice Hermès), εγγονός του ιδρυτή, έκανε κάτι πολύ πιο έξυπνο από το να αλλάξει εντελώς αντικείμενο: άλλαξε προϊόν, αλλά κράτησε τη φιλοσοφία.
Η ίδια τεχνογνωσία δέρματος που έφτιαχνε άψογα χαλινάρια άρχισε να φτιάχνει δερμάτινες αποσκευές, πορτοφόλια και τσάντες για ανθρώπους που ταξίδευαν πλέον με αυτοκίνητο, τρένο και πλοίο. Ο Εμίλ-Μορίς έγινε μάλιστα ο πρώτος που έφερε το φερμουάρ στη Γαλλία, αποκτώντας δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για τη χρήση του σε δερμάτινα προϊόντα και ρούχα. Το ονόμασε “fermeture Hermès”.
Ο Εμίλ-Μορίς δεν είχε γιους, μόνο κόρες, και έτσι η επόμενη γενιά της εταιρείας ήταν οι γαμπροί του. Ένας από αυτούς, ο Ρόμπερτ Ντιμά (Robert Dumas), δημιούργησε τη δεκαετία του ’30 το λογότυπο με την άμαξα και τον αναβάτη που παραμένει αναλλοίωτο μέχρι σήμερα.
Η τσάντα Kelly και η Grace Kelly
Δύο τσάντες έκαναν τη Hermès αυτό που είναι σήμερα. Και οι δύο γεννήθηκαν σχεδόν από τύχη.
Η πρώτη ήταν η Kelly. Ξεκίνησε ως “Sac à dépêches”, ένα δερμάτινο σακίδιο που σχεδιάστηκε αρχικά για άνδρες. Το 1956, η ηθοποιός Γκρέις Κέλι (Grace Kelly), που είχε μόλις γίνει Πριγκίπισσα του Μονακό, φωτογραφίζεται στο εξώφυλλο του περιοδικού Life κρατώντας τη συγκεκριμένη τσάντα μπροστά της, σε ένα πλάνο που, σύμφωνα με αρκετές πηγές, απέκρυπτε την εγκυμοσύνη της. Η φωτογραφία διαδόθηκε σε όλον τον κόσμο. Η Hermès δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ: το όνομα Kelly είχε ήδη επιβληθεί από μόνο του, από στόμα σε στόμα, στους κύκλους της πελατείας της.
Διαβάστε ακόμα: Η Ελλάδα ως μικρή, αλλά ιδιαίτερα αποδοτική αγορά για τα ultra luxury brands
Ένα σχέδιο εν πτήση
Πίσω στην πτήση του 1981: η Τζέιν Μπίρκιν εξηγεί στον Ντιμά ότι δεν μπορεί να βρει μια δερμάτινη καθημερινή τσάντα που να χωράει τα πράγματα μιας νέας μητέρας. Αρκετά μεγάλη, με τσέπες, αλλά όμορφη. Ο Ντιμά ακούει. Στη διάρκεια της πτήσης τη σχεδιάζουν μαζί. Μέσα σε λίγους μήνες, η Hermès ετοιμάζει ένα πρωτότυπο. Το 1985 το παραδίδει στη Τζέιν Μπίρκιν ζητώντας της την άδεια να φέρει το όνομά της.
Η τσάντα χρειάζεται έως 40 ώρες χειρωνακτικής εργασίας για να κατασκευαστεί. Χρησιμοποιεί την ίδια “saddle stitch” («σελοραφή»)” τεχνική που χρησιμοποιούσε ο Τιερί Ερμές στα χαλινάρια του, με δύο βελόνες και δύο κλωστές που δουλεύουν σε αντίθετη κατεύθυνση. Μια τεχνική που δεν μπορεί να αναπαραχθεί από μηχανή.
Τον Ιούλιο του 2025, η πρωτότυπη Birkin που κατασκευάστηκε το 1985 ειδικά για τη Τζέιν Μπίρκιν πωλήθηκε σε δημοπρασία στο Sotheby’s του Παρισιού έναντι 10,1 εκατ. δολαρίων, σπάζοντας κάθε ρεκόρ για τσάντα στην ιστορία.
Ο πόλεμος με τον πλουσιότερο άνθρωπο στον κόσμο
Το 2010, ο CEO της Hermès Πάτρικ Τόμας (Patrick Thomas) κάνει βόλτα με το ποδήλατό του όταν χτυπά το κινητό του. Τον καλεί ο Μπερνάρ Αρνό (Bernard Arnault), πρόεδρος της LVMH και ο πλουσιότερος άνθρωπος στη Γαλλία. Το μήνυμά του είναι σύντομο: η LVMH έχει αποκτήσει -μυστικά- ποσοστό 17% στη Hermès χρησιμοποιώντας χρηματιστηριακά εργαλεία που της επέτρεψαν να συσσωρεύει μετοχές χωρίς να το αποκαλύπτει στην αγορά (παράγωγα), και σε λίγες ώρες θα το ανακοίνωνε στον Τύπο.
Η Hermès βρέθηκε μπροστά σε αυτό που η ίδια χαρακτήρισε «εχθρική εξαγορά». Η οικογένεια ενώθηκε αμέσως: συγκέντρωσαν την πλειοψηφία των μετοχών υπό κοινό οικογενειακό έλεγχο, κλείνοντας την πόρτα σε οποιαδήποτε εξωτερική απόπειρα κατάληψης. Ακολούθησαν χρόνια δικαστικών μαχών, προστίμων και διαπραγματεύσεων. Το 2014, η LVMH αναγκάστηκε να αποχωρήσει.
16 δισ. ευρώ και μια εταιρεία που συνεχίζει ανοδικά
Πρόσφατα, η Hermès ανακοίνωσε τα αποτελέσματα για το 2025: τζίρος 16 δισ. ευρώ με αύξηση 9%, λειτουργικά κέρδη 6,6 δισ. ευρώ και περιθώριο κερδοφορίας 41%. Αυτά τα νούμερα ξεχωρίζουν ακόμα περισσότερο αν αναλογιστεί κανείς ότι ο κλάδος των ειδών πολυτελείας αντιμετώπισε την περασμένη χρονιά επιβράδυνση, με τους περισσότερους ανταγωνιστές να καταγράφουν μέτριες ή αρνητικές επιδόσεις.
Η εταιρεία παραμένει οικογενειακή και ελέγχεται από απόγονους του Τιερί Ερμές. Κάθε τσάντα Birkin εξακολουθεί να κατασκευάζεται από έναν και μόνο τεχνίτη από την αρχή μέχρι το τέλος, ο οποίος τοποθετεί τη δική του διακριτική σφραγίδα στο δέρμα, επιτρέποντας στον οίκο να γνωρίζει ποιος τη δημιούργησε σε περίπτωση που χρειαστεί μελλοντική επισκευή. Χρειάζεται μέχρι και έξι χρόνια εκπαίδευσης για να φτάσει ένας τεχνίτης σε αυτό το επίπεδο.
Hermès: Αυτό που ξεκίνησε ως εργαστήριο σελών σε έναν δρόμο του Παρισιού, κατέληξε να γίνει η απόδειξη ότι η επιβίωση δεν είναι θέμα τύχης. Είναι θέμα του να ξέρεις τι δεν αλλάζεις, όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος γύρω σου.



