Υπάρχει ένα αντικείμενο που βρίσκεται σε κάθε ελληνική ταβέρνα. Το χάρτινο τραπεζομάντηλο με το υπόστρωμα. Και σχεδόν όλοι έχουμε τη δική μας ιστορία μαζί του: το τρύπημα με την οδοντογλυφίδα, τα σχέδια με ένα στυλό και η τυχαία ανακάλυψη ότι, αν το διπλώσεις σωστά, γίνεται σφυρίχτρα. Λίγοι ξέρουν όμως ότι αυτό το τόσο καθημερινό αντικείμενο είναι ελληνική εφεύρεση και ότι πίσω του κρύβεται μια επιχειρηματική ιστορία άνω των 40 χρόνων που ξεκίνησε από δύο φίλους σε μια ενοικιαζόμενη αποθήκη στο Περιστέρι.
Η ιδέα και το κενό στην αγορά
Το 1985, ο Γιάννης Τρακάκης και ο φίλος του Νίκος Χριστόπουλος εντόπισαν κάτι που έλειπε από την ελληνική αγορά: δεν υπήρχε εγχώρια παραγωγή σε προϊόντα χάρτου. Ίδρυσαν λοιπόν στο Περιστέρι Αττικής την ομόρρυθμη εταιρεία «Ν. Χριστόπουλος – Ι. Τρακάκης Ο.Ε.», με τον διακριτικό τίτλο ΧΡΙΣΤΡΑΚ Ο.Ε., συνδυάζοντας τα επώνυμά τους.
Η εταιρεία ξεκίνησε από μία ενοικιαζόμενη αποθήκη και απασχολούσε μόλις επτά εργαζομένους. Το αντικείμενό της: επαγγελματικά χαρτικά, χειροπετσέτες, χαρτιά υγείας και κρεμοσάπουνα.
Η πρώτη επέκταση ήρθε το 1989, με την ενοικίαση ενός επιπλέον χώρου 400 τ.μ. για παραγωγή και αποθήκευση. Και μαζί με αυτή, ήρθε η ιδέα που θα άλλαζε την πορεία της εταιρείας: το χάρτινο τραπεζομάντηλο με υπόστρωμα πολυαιθυλενίου (νάιλον). Ένα προϊόν που δεν υπήρχε στην ελληνική αγορά και για το οποίο, σύμφωνα με τον σημερινό CEO Γιώργο Τρακάκη, «δημιουργούνταν ουρές για να το αγοράσουν». Η λογική του ήταν απλή: συνδυάζει την αίσθηση του χαρτιού στην επιφάνεια με την αδιαβροχοποίηση του πλαστικού υποστρώματος, κρατώντας το τραπέζι καθαρό και στεγνό ακόμα και στις πιο απαιτητικές συνθήκες μιας ταβέρνας.
Αυτό το προϊόν κατέληξε να είναι συνυφασμένο με την ελληνική ταβέρνα, το μεζεδοπωλείο, την ψησταριά. Σήμερα, δεκαετίες αργότερα, η εταιρεία το αναφέρει ακόμη ως κύριο εξαγώγιμο προϊόν της, για το οποίο δεν υπάρχει δυνατότητα τοπικής παραγωγής στις αγορές που εξυπηρετεί.
Από ΧΡΙΣΤΡΑΚ σε Ευρωχαρτική
Το 1993 συστάθηκε η Ευρωχαρτική ΑΕΒΕ, που ακολούθησε ραγδαία αυξητική πορεία με διαδοχικές επεκτάσεις, σχεδόν κάθε δύο χρόνια. Το 1994 σχεδιάστηκε και κατοχυρώθηκε το brand name «Endless» με σήμα τον κύκνο, που έμελλε να γίνει αναγνωρίσιμο σε κάθε σούπερ μάρκετ. Τον ίδιο χρόνο άνοιξε το πρώτο υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη, ενώ ξεκίνησε και η παραγωγή υγρών απορρυπαντικών.
Η επέκταση συνεχίστηκε. Το 2001 λειτούργησαν νέα γραφεία και αποθηκευτικοί χώροι 4.000 τ.μ. στη Νέα Μαγνησία Θεσσαλονίκης για την κάλυψη της αγοράς της Βόρειας Ελλάδας. Το 2007 δημιουργήθηκαν νέοι αποθηκευτικοί χώροι 8.250 τ.μ. στον Ασπρόπυργο. Το 2019 ολοκληρώθηκε επένδυση 17 εκατ. ευρώ σε υποδομές και μηχανολογικό εξοπλισμό, που αύξησε κατά 50% την παραγωγική ικανότητα του εργοστασίου.
Η δεύτερη γένια και η νέα ταυτότητα
Στα τέλη του 2021, η εταιρεία μετονομάστηκε επίσημα σε Endless EC, δίνοντας πλέον κεντρική θέση στο brand που την είχε αναδείξει. Ο CEO Γιώργος Τρακάκης, γιος του ιδρυτή, δήλωσε τότε ότι η αλλαγή αυτή σηματοδοτούσε και έναν εκσυγχρονισμό της εταιρικής διακυβέρνησης, με υιοθέτηση κριτηρίων ESG.
Στα τέλη του 2023, η οικογένεια Τρακάκη απορρόφησε πλήρως το ποσοστό της οικογένειας Χριστόπουλου, εγκαινιάζοντας ένα νέο κεφάλαιο στη διακυβέρνηση της εταιρείας.
Τα νούμερα και η επόμενη κίνηση
Το 2024, η Endless EC κατέγραψε κύκλο εργασιών 71,24 εκατ. ευρώ, με αύξηση όγκου πωλήσεων 4,5%, παρά τις πιέσεις από αυξημένο κόστος πρώτων υλών και ενέργειας. Τα κέρδη μετά φόρων διαμορφώθηκαν σε 1,21 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία απασχολεί 250 άτομα και εξάγει σε Βαλκάνια, Κύπρο και Αυστραλία.
Τον Μάρτιο του 2026, η Endless EC έκανε την πιο πρόσφατη στρατηγική της κίνηση: εξαγόρασε το πλειοψηφικό πακέτο της FINEZZA, ελληνικής εταιρείας εξειδικευμένης στην παραγωγή χαρτοπετσετών και σε προϊόντα για τον κλάδο HO.RE.CA. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο ενός φιλόδοξου αναπτυξιακού σχεδιασμού με ορίζοντα το 2030.
Από τους δύο φίλους στην αποθήκη στο Περιστέρι, σε εταιρεία 250 εργαζομένων με τζίρο άνω των 70 εκατ. ευρώ, η ιστορία της Endless είναι μια ιστορία επέκτασης, οικογενειακής συνέχειας και ενός προϊόντος που έγινε μέρος κάθε ελληνικής οικογένειας. Η ιστορία δύο φίλων που είδαν κάτι που έλειπε και αποφάσισαν να το φτιάξουν οι ίδιοι.


