Η Αθήνα διαθέτει περισσότερα τουριστικά καταλύματα και κλίνες από όσα είχε το 2018. Η μεγαλύτερη αλλαγή, όμως, δεν αφορά μόνο την προσφορά. Οι επισκέπτες και οι διανυκτερεύσεις που αντιστοιχούν στον μόνιμο πληθυσμό αυξήθηκαν με πολύ υψηλότερο ρυθμό, ενισχύοντας την τουριστική ένταση κυρίως στις περιοχές όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος των καταλυμάτων.
Αυτό προκύπτει από την πρώτη επικαιροποίηση της Μελέτης Φέρουσας Τουριστικής Ικανότητας του Δήμου Αθηναίων, η οποία καλύπτει την περίοδο 2018-2025. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε το Παρατηρητήριο Βιώσιμου Τουρισμού, το 2025 λειτουργούσαν στον δήμο 19.071 μονάδες τουριστικής διαμονής, έναντι 14.288 το 2018. Η αύξηση έφτασε το 33,5%, ενώ οι διαθέσιμες κλίνες ξεπέρασαν τις 105.000, καταγράφοντας άνοδο 24,3%.
Πολύ μεγαλύτερη ήταν η μεταβολή της τουριστικής δραστηριότητας σε σχέση με τον μόνιμο πληθυσμό. Οι διανυκτερεύσεις ανά κάτοικο αυξήθηκαν κατά 183,7% και οι επισκέπτες ανά κάτοικο κατά 142,2%. Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα δέχεται αναλογικά πολύ περισσότερους επισκέπτες και διανυκτερεύσεις από ό,τι το 2018, παρότι η δυναμικότητα των καταλυμάτων αυξήθηκε με σαφώς χαμηλότερο ρυθμό.
Οι συγκεκριμένοι δείκτες βοηθούν να εκτιμηθεί η ένταση της τουριστικής δραστηριότητας σε μια πόλη. Ο αριθμός των καταλυμάτων δείχνει πόσες μονάδες μπορούν να φιλοξενήσουν επισκέπτες, αλλά δεν περιγράφει πόσο συχνά χρησιμοποιούνται ούτε πόσες διανυκτερεύσεις πραγματοποιούνται μέσα σε ένα έτος. Δύο περιοχές μπορεί να διαθέτουν παρόμοιο αριθμό κλινών, αλλά να δέχονται διαφορετικό αριθμό επισκεπτών, ανάλογα με τη ζήτηση, τη διάρκεια παραμονής και τις ημέρες λειτουργίας των καταλυμάτων.
Η απόσταση ανάμεσα στην αύξηση της δυναμικότητας και στη μεταβολή των δεικτών τουριστικής έντασης δεν αρκεί για να δείξει τι προκάλεσε τη διαφορά. Η μελέτη δεν την αποδίδει σε έναν συγκεκριμένο παράγοντα, όπως η υψηλότερη πληρότητα ή η μεγαλύτερη διάρκεια της τουριστικής περιόδου. Δείχνει, ωστόσο, ότι η τουριστική ένταση σε σχέση με τον μόνιμο πληθυσμό αυξήθηκε πολύ περισσότερο από τη διαθέσιμη δυναμικότητα.
Στην αύξηση της δυναμικότητας συνέβαλαν τόσο τα ξενοδοχεία όσο και οι βραχυχρόνιες μισθώσεις. Οι ξενοδοχειακές κλίνες αυξήθηκαν από 28.045 το 2018 σε 35.229 το 2025, καταγράφοντας άνοδο 25,6%. Οι κλίνες των καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης αυξήθηκαν την ίδια περίοδο από 56.956 σε 70.460, με άνοδο 23,7%.
Οι δύο κατηγορίες κλινών αυξήθηκαν με παρόμοιο ρυθμό, αν και οι κλίνες των βραχυχρόνιων μισθώσεων παραμένουν περίπου διπλάσιες από τις ξενοδοχειακές. Η ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων δεν συνοδεύτηκε από συρρίκνωση της ξενοδοχειακής προσφοράς, καθώς μεταξύ 2018 και 2025 αυξήθηκαν τόσο ο αριθμός των ξενοδοχείων όσο και η δυναμικότητά τους.
Η τουριστική δυναμικότητα δεν κατανέμεται ισόρροπα στην Αθήνα. Σχεδόν έξι στις δέκα κλίνες βρίσκονται στην 1η Δημοτική Κοινότητα, η οποία περιλαμβάνει μεγάλο μέρος του ιστορικού και εμπορικού κέντρου. Η τουριστική δραστηριότητα γίνεται έτσι πολύ πιο αισθητή σε ορισμένες περιοχές, ενώ άλλες γειτονιές του δήμου δέχονται σαφώς μικρότερες ροές επισκεπτών.
Η διαφορά γίνεται ακόμη μεγαλύτερη όταν ο αριθμός των επισκεπτών συγκρίνεται με τον μόνιμο πληθυσμό. Στο Εμπορικό Κέντρο αντιστοιχούν σε ετήσια βάση περίπου 700 επισκέπτες καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης σε κάθε μόνιμο κάτοικο. Ο δείκτης δεν σημαίνει ότι όλοι αυτοί οι επισκέπτες βρίσκονται ταυτόχρονα στην περιοχή. Δείχνει τον αριθμό των επισκεπτών που φιλοξενούνται μέσα σε ένα έτος σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης, σε σχέση με τον μόνιμο πληθυσμό της περιοχής.
Η αναλογία αυτή επηρεάζει και τις ανάγκες λειτουργίας της περιοχής. Η καθαριότητα, οι μετακινήσεις, η χρήση του δημόσιου χώρου και η λειτουργία των τοπικών επιχειρήσεων δεν συνδέονται μόνο με όσους κατοικούν μόνιμα εκεί, αλλά και με τους επισκέπτες που περνούν από τη γειτονιά μέσα στη χρονιά. Γι’ αυτό η τουριστική ένταση δεν μπορεί να εκτιμηθεί αποκλειστικά με βάση το πόσα ξενοδοχεία ή διαμερίσματα λειτουργούν σε κάθε περιοχή.
Η μελέτη εντοπίζει επίσης σταδιακή επέκταση της τουριστικής δραστηριότητας έξω από τον παραδοσιακό πυρήνα του ιστορικού κέντρου. Η αύξηση των καταλυμάτων στο Κουκάκι και στα Εξάρχεια δείχνει ότι η ζήτηση για τουριστική διαμονή επεκτείνεται και σε γειτονικές περιοχές. Η διεύρυνση αυτή δεν μεταβάλλει τη μεγάλη συγκέντρωση που εξακολουθεί να καταγράφεται στην 1η Δημοτική Κοινότητα.
Η αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας συνδέεται και με το ζήτημα της κατοικίας. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι περιοχές με μεγάλη συγκέντρωση τουριστικών καταλυμάτων τείνουν να καταγράφουν και υψηλότερα ενοίκια. Τα διαθέσιμα στοιχεία, ωστόσο, δεν επαρκούν για να προσδιοριστεί σε ποιον βαθμό η τουριστική δραστηριότητα συμβάλλει στην άνοδο των τιμών.



