Η διαδοχή στις οικογενειακές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν είναι απλώς ένα θέμα εσωτερικής οργάνωσης που αφορά αποκλειστικά τις ίδιες.
Στην Ελλάδα του έντονου δημογραφικού προβλήματος, της γήρανσης και της συρρίκνωσης του πληθυσμού, εξελίσσεται σταδιακά σε ένα ευρύτερο οικονομικό ζήτημα.
Άλλωστε, όσο λιγοστεύουν οι νεότερες ηλικίες και αυξάνεται το βάρος που πέφτει στους μεγαλύτερους, η συνέχεια μιας επιχείρησης δεν μπορεί πια να θεωρείται αυτονόητη.
Η ραχοκοκαλιά της οικονομίας υπό πίεση
Το ζήτημα αποκτά βαρύτητα ήδη από τη δομή της ίδιας της αγοράς, καθώς, για παράδειγμα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιστοιχούν περίπου στο 99% του συνόλου των επιχειρήσεων, ενώ οι οικογενειακές επιχειρήσεις υπολογίζεται ότι ξεπερνούν το 60% των εταιρειών, νούμερο που στην Ελλάδα φτάνει στο 80%.
Αυτό σημαίνει ότι όταν μιλάμε για διαδοχή, δεν μιλάμε για μια στενή κατηγορία επιχειρήσεων, αλλά για τον βασικό ιστό πάνω στον οποίο στηρίζεται ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής, της απασχόλησης και της τοπικής οικονομίας.
Στην Ευρώπη, το μέγεθος του ζητήματος είναι ήδη ορατό, αφού, σύμφωνα με ευρωπαϊκές εκτιμήσεις, περίπου 450.000 επιχειρήσεις μεταβιβάζονται κάθε χρόνο, επηρεάζοντας πάνω από 2 εκατομμύρια εργαζόμενους, ενώ περίπου 150.000 μεταβιβάσεις θεωρείται ότι κινδυνεύουν να αποτύχουν, θέτοντας σε κίνδυνο έως και 600.000 θέσεις εργασίας.
Το πόσο σημαντικό είναι αυτό μπορεί να το αντιληφθεί κάποιος αν αναλογιστεί ότι προσφέρουν εργασία σε περίπου 88,7 εκατομμύρια άτομα, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 65,2% της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, ενώ παράγουν το 53,1% της συνολικής προστιθέμενης αξίας στην Ε.Ε..
Με άλλα λόγια, η διαδοχή δεν είναι μια θεωρητική ανησυχία, αλλά ένας κρίσιμος μηχανισμός που μπορεί είτε να συντηρήσει, είτε να αποδυναμώσει την οικονομική δραστηριότητα.
Το ελληνικό κενό σχεδιασμού
Στην Ελλάδα, παλαιότερη έρευνα της PwC αποκάλυπτε ότι μόλις το 24% των οικογενειακών επιχειρήσεων δήλωνε ότι διαθέτει ισχυρό, τεκμηριωμένο και συμφωνημένο πλάνο διαδοχής.
Το ποσοστό αυτό είναι ιδιαίτερα χαμηλό αν σκεφτεί κανείς ότι η μετάβαση από τη γενιά του ιδρυτή στην επόμενη δεν είναι μια διαδικασία που μπορεί να οργανωθεί την τελευταία στιγμή αλλά απαιτεί χρόνο, εσωτερική συμφωνία, κατανομή ρόλων και σταδιακή μεταβίβαση γνώσης.
Ακόμα, το 2024 η KPMG, στο 9ο Family Business Forum στην Ελλάδα, ανέδειξε τη διαδοχή και τον ρόλο των στελεχών εκτός οικογένειας ως κεντρικά θέματα της συζήτησης, υπογραμμίζοντας τη μεγάλη ανησυχία που υπάρχει.
Αυτό από μόνο του δείχνει ότι η αγορά δεν αντιμετωπίζει τη διαδοχή ως δευτερεύουσα θεωρητική ανησυχία, αλλά ως πρακτικό και επίμονο ζήτημα.
Τι μαρτυρούν οι αριθμοί
Στη χώρα μας, οι οικογενειακές επιχειρήσεις αποτελούν τον πρωταγωνιστή της ελληνικής οικονομίας, καθώς εκτιμάται ότι αντιπροσωπεύουν περίπου το 80% του συνόλου των επιχειρήσεων, παράγουν το 12% του ΑΕΠ και προσφέρουν σχεδόν το 45% των θέσεων εργασίας.
Πρόκειται κυρίως για μικρές και πολύ μικρές μονάδες, με περίπου το 70% να απασχολεί από 2 έως 10 εργαζομένους, ενώ την ίδια ώρα, η δομή τους δείχνει ότι βρίσκονται ήδη σε φάση μετάβασης.
Αυτό καθώς σχεδόν οι μισές εξακολουθούν να ανήκουν στην πρώτη γενιά ιδιοκτησίας, ενώ το 42,24% έχει ήδη περάσει στη δεύτερη, καθιστώντας το ζήτημα της διαδοχής πιο επίκαιρο από ποτέ.
Μάλιστα, η παγκόσμια εμπειρία δείχνει ότι η διαδοχή από την δεύτερη στην τρίτη γενιά είναι και η πιο «επικίνδυνη» για να σπάσει η αλυσίδα, ενώ μεγαλύτερες οικογενειακές επιχειρήσεις, και στη χώρα μας, έχουν αναθέσει τη διαδικασία σε ειδικούς συμβούλους, προκειμένου να επιτευχθεί ομαλά.
Το δημογραφικό πρόβλημα δυσκολεύει την κατάσταση
Κάπου εδώ , η προσοχή στρέφεται στον παράγοντα που κάνει το θέμα πιο οξύ στην Ελλάδα και δεν είναι άλλος από το δημογραφικό.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024 δείχνουν ότι οι γεννήσεις ανήλθαν σε 68.467, μειωμένες κατά 4,2% σε σχέση με το 2023, ενώ οι θάνατοι έφτασαν τις 126.916. Με απλά λόγια, η φυσική κίνηση του πληθυσμού παραμένει έντονα αρνητική.
Η χώρα μας δεν αντιμετωπίζει απλώς μια φάση χαμηλής γεννητικότητας, αλλά μια σταθερή αριθμητική υποχώρηση του νεότερου πληθυσμού.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο καθαρή στα στοιχεία του εκτιμώμενου μόνιμου πληθυσμού την 1η Ιανουαρίου 2025. Ο πληθυσμός της χώρας εκτιμήθηκε στα 10.372.335 άτομα, με τα παιδιά ηλικίας 0-14 ετών να αντιστοιχούν μόλις στο 12,8% του συνόλου, τις ηλικίες 15-64 στο 63,5% και τα άτομα 65 ετών και άνω στο 23,7%.
Ο δείκτης γήρανσης έφτασε στο 185,4, δηλαδή αναλογούν σχεδόν 185 άτομα άνω των 65 για κάθε 100 παιδιά έως 14 ετών. Αυτό δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα για το ασφαλιστικό ή την αγορά εργασίας αλλά και ένα σήμα ότι η δεξαμενή των πιθανών μελλοντικών διαδόχων μικραίνει.
Λιγότεροι νέοι, περισσότερη πίεση
Το δημογραφικό είναι ένα πρόβλημα με πολύπλευρες προεκτάσεις, το οποίο συναντά και τη διαδοχή.
Ακόμη κι αν μια οικογενειακή επιχείρηση θέλει να περάσει στην επόμενη γενιά, η επόμενη γενιά είναι πλέον μικρότερη αριθμητικά κι αυτό όλο και θα χειροτερεύει.
Υπάρχουν λιγότεροι νέοι σε σχέση με το παρελθόν, ενώ παράλληλα οι ευκαιρίες, οι σπουδές, η μετανάστευση και οι διαφορετικές επαγγελματικές διαδρομές ανοίγουν περισσότερες εναλλακτικές έξω από την οικογενειακή επιχείρηση. Άρα το παλιό αυτονόητο σχήμα, ότι «κάποιο παιδί θα αναλάβει», δεν λειτουργεί πια με την ίδια βεβαιότητα.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο αισθητό αν δει κανείς και τη σύνθεση της απασχόλησης στην Ελλάδα. Στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2024, οι αυτοαπασχολούμενοι ανέρχονται σε 846,3 χιλιάδες και οι εργοδότες σε 314,2 χιλιάδες, ενώ οι μη αμειβόμενοι βοηθοί σε οικογενειακές επιχειρήσεις φτάνουν τις 152,8 χιλιάδες.
Δηλαδή, πέρα από τις μεγάλες εταιρείες, παραμένει ζωντανό ένα ευρύ οικοσύστημα μικρότερων, συχνά οικογενειακά οργανωμένων δραστηριοτήτων. Αν ένα τμήμα αυτού του οικοσυστήματος δεν καταφέρει να βρει συνέχεια, το αποτύπωμα στην οικονομία θα είναι σημαντικό.
Επιχειρήσεις δεμένες με τον ιδρυτή
Το θέμα της διαδοχής στην Ελλάδα δεν είναι μόνο δημογραφικό, αλλά και οργανωτικό, καθώς πολλές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι έντονα προσωποκεντρικές.
Ο ιδρυτής ή ο σημερινός επικεφαλής κρατά τις σχέσεις με πελάτες και προμηθευτές, ελέγχει τα οικονομικά, παίρνει τις κρίσιμες αποφάσεις και συχνά λειτουργεί ως ο βασικός φορέας της γνώσης της επιχείρησης.
Αυτό σημαίνει ότι η μετάβαση δεν είναι απλή αλλαγή προσώπου, αλλά συνολική δοκιμασία του κατά πόσο η εταιρεία έχει μετατραπεί από προσωπική υπόθεση σε οργανωμένη δομή.
Το χαμηλό ποσοστό οργανωμένου πλάνου διαδοχής έρχεται να αναδείξει αυτό ακριβώς, δηλαδή όχι μόνο το άγχος για την ανεύρεση διαδόχων, αλλά και το έλλειμμα θεσμικής προετοιμασίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό, καθώς η PwC στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη σημειώνει ότι ο σχεδιασμός διαδοχής παραμένει αυξανόμενη πρόκληση για πολλές οικογενειακές επιχειρήσεις της περιοχής.
Απλώς, η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες που επηρεάζεται ακόμα περισσότερο καθώς κυριαρχεί μια πιο περιορισμένη δυσμενή δημογραφική βάση.
Η πολύπλευρη κρίση της επόμενης μέρας
Το πραγματικό ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν ο ιδρυτής θα βρει κάποιον να του παραδώσει την επιχείρηση, αλλά αν η ίδια η αγορά θα διαθέτει επαρκές ανθρώπινο δυναμικό για να στηρίξει ομαλές μεταβιβάσεις σε μεγάλη κλίμακα.
Γι’ αυτό και η διαδοχή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ιδιωτική οικογενειακή εκκρεμότητα αλλά ως θέμα επιχειρηματικής ανθεκτικότητας και, σε δεύτερο επίπεδο, θέμα οικονομικής συνέχειας.
Η έγκαιρη προετοιμασία είναι σημείο-κλειδί
Όσο η Ελλάδα γερνά και ο αριθμός των νεότερων ηλικιών περιορίζεται, τόσο η ομαλή μετάβαση στις επιχειρήσεις θα γίνεται δυσκολότερη.
Και όσο λιγότερες επιχειρήσεις προετοιμάζονται εγκαίρως, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να χαθούν βιώσιμες επιχειρήσεις, όχι επειδή απέτυχαν στην αγορά, αλλά επειδή δεν κατάφεραν να βρουν την επόμενη γενιά που θα τις κρατήσει ζωντανές.



