Στην τελευταία θέση της Ευρώπης ως προς την αποταμίευση των νοικοκυριών βρίσκεται η Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2024, γεγονός που αποτυπώνει την πίεση που εξακολουθεί να δέχεται το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών από το αυξημένο κόστος ζωής. Με βάση τα στοιχεία, το ποσοστό αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών διαμορφώθηκε στο -2,5% του διαθέσιμου εισοδήματος. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τα νοικοκυριά στην Ελλάδα όχι μόνο δεν αποταμιεύουν, αλλά αναγκάζονται να καλύπτουν μέρος των αναγκών τους είτε καταναλώνοντας χρήματα από παλαιότερες αποταμιεύσεις τους, είτε αυξάνοντας την έκθεσή τους σε δανεισμό και υποχρεώσεις.
Η αποταμίευση συνήθως αντιμετωπίζεται ως ένας ψυχρός οικονομικός δείκτης. Ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος, ως μέτρο σύγκρισης μεταξύ χωρών, ως ένδειξη οικονομικής πειθαρχίας ή αδυναμίας. Πίσω όμως από κάθε ποσοστό αποταμίευσης υπάρχει κάτι βαθύτερο και λιγότερο ορατό, που είναι η ψυχολογία των νοικοκυριών. Το αν ένας άνθρωπος μπορεί να αποταμιεύσει δεν δείχνει μόνο πόσα χρήματα του περισσεύουν. Δείχνει πόσο ασφαλής αισθάνεται, πόσο πιστεύει ότι υπάρχει μέλλον μπροστά του και πόση αβεβαιότητα μπορεί να αντέξει χωρίς να αναγκαστεί να καταναλώσει σήμερα ό,τι θα χρειαζόταν για αύριο.
Η μεγάλη απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και τον μέσο όρο της Ευρωζώνης
Η εικόνα αυτή διαφοροποιεί έντονα την Ελλάδα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το μέσο ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών ανέρχεται στο 14,5%, ενώ στην Ευρωζώνη κινείται ακόμη υψηλότερα, στο 15,2%. Η απόκλιση είναι ενδεικτική του χάσματος που εξακολουθεί να υπάρχει ανάμεσα στα ελληνικά νοικοκυριά και σε εκείνα των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών ως προς τη δυνατότητα δημιουργίας οικονομικού αποθέματος.
Κορυφαία στην αποταμίευση η Γερμανία
Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκεται η Γερμανία με ποσοστό αποταμίευσης 20%, ακολουθούμενη από την Τσεχία με 19,9% και τη Μάλτα με 18,8%. Υψηλές επιδόσεις καταγράφουν επίσης η Ουγγαρία με 18,6%, η Σουηδία με 18,1%, η Γαλλία με 17,9% και η Αυστρία με 17,3%. Πρόκειται για χώρες όπου τα νοικοκυριά διατηρούν σημαντικό περιθώριο αποταμίευσης, παρά τις πληθωριστικές πιέσεις των τελευταίων ετών.
Αντίθετα, στις χαμηλότερες θέσεις της κατάταξης βρίσκονται, μαζί με την Ελλάδα, η Ρουμανία με αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης -0,9%, η Λετονία με 4,9%, η Κύπρος με 5,6% και η Εσθονία με 7,3%. Η Ελλάδα, ωστόσο, εμφανίζει τη δυσμενέστερη επίδοση, καθώς είναι η μόνη χώρα της λίστας με αποταμίευση χαμηλότερη του -2%.
Βασικός παράγοντας οι υψηλές τιμές σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες
Η αρνητική αποταμίευση συνδέεται άμεσα με τη διαρκή πίεση που ασκούν οι τιμές σε βασικά αγαθά, τρόφιμα, ενέργεια, ενοίκια και υπηρεσίες. Παρά την αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων τα τελευταία χρόνια, μεγάλο μέρος των νοικοκυριών φαίνεται ότι εξακολουθεί να διαθέτει το μεγαλύτερο μέρος -ή και περισσότερο από το σύνολο- του εισοδήματός του για την κάλυψη καθημερινών αναγκών.
Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς η αποταμίευση λειτουργεί ως «μαξιλάρι» ασφάλειας απέναντι σε απρόβλεπτες δαπάνες, υγειονομικές ανάγκες, αυξήσεις επιτοκίων ή νέες οικονομικές αναταράξεις. Η απουσία αυτού του αποθέματος καθιστά τα ελληνικά νοικοκυριά πιο ευάλωτα σε κάθε νέα κρίση και περιορίζει τη δυνατότητά τους να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμα.
Η εικόνα της Eurostat δείχνει ότι, παρά τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών μεγεθών, η καθημερινότητα των νοικοκυριών παραμένει πιεσμένη. Και το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται στον πάτο της ευρωπαϊκής κατάταξης στην αποταμίευση αναδεικνύει ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της οικονομίας. Την απόσταση ανάμεσα στην ανάπτυξη των αριθμών και στην πραγματική οικονομική αντοχή των πολιτών.



