Στο πολιτικό σκηνικό υπάρχει μια σταθερά που επαναλαμβάνεται σχεδόν σε κάθε εκλογικό κύκλο. Όσο πλησιάζουν οι κάλπες, πληθαίνουν οι προβλέψεις για θεαματικές ανατροπές, διασπάσεις, νέους σωτήρες και αιφνιδιαστικές πολιτικές εξελίξεις. Δημιουργείται η αίσθηση ότι η επόμενη κυβέρνηση βρίσκεται πάντα προ των πυλών και ότι η ανατροπή είναι θέμα χρόνου. Στην πράξη, όμως, οι περισσότερες από αυτές τις εκτιμήσεις αποδεικνύονται περισσότερο προϊόν επιθυμίας παρά αντανάκλαση της πραγματικότητας.
Το τελευταίο διάστημα ακούστηκαν διαδοχικά πολλά σενάρια. Άλλοτε παρουσιάστηκε ως βέβαιη η πολιτική φθορά της κυβέρνησης μέσα από κοινωνικές κινητοποιήσεις, άλλοτε προβλήθηκαν νέα πολιτικά πρόσωπα ως οι επόμενοι πρωθυπουργοί και άλλοτε επενδύθηκαν μεγάλες προσδοκίες στην επιστροφή παλαιών πρωταγωνιστών. Κάθε νέο αφήγημα εμφανιζόταν ως εκείνο που θα άλλαζε τους πολιτικούς συσχετισμούς. Μέχρι να διαψευστεί από το επόμενο.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, ακολουθεί διαφορετικούς κανόνες. Στις δημοκρατίες οι κυβερνήσεις δεν πέφτουν από τις δημοσκοπήσεις, ούτε από τα τηλεοπτικά πάνελ, ούτε από τις αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν αλλάζουν επειδή κάποιοι το εύχονται ή επειδή κυκλοφορεί ένα πολιτικό σενάριο που συγκεντρώνει δημοσιότητα για λίγες ημέρες. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν μόνο όταν οι πολίτες το αποφασίσουν στην κάλπη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια κυβέρνηση είναι άτρωτη ή ότι η φθορά δεν υπάρχει. Αντίθετα, κάθε κυβέρνηση αξιολογείται καθημερινά από τις επιλογές της, από τα αποτελέσματά της και από την ικανότητά της να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας. Για να υπάρξει όμως πολιτική αλλαγή χρειάζεται κάτι περισσότερο από τη δυσαρέσκεια. Χρειάζεται μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση, συνοχή, πειστικό πρόγραμμα και, κυρίως, την εμπιστοσύνη της πλειοψηφίας των πολιτών.
Η δημόσια συζήτηση συχνά παρασύρεται από υπερβολές. Κάθε εσωκομματική διαφωνία παρουσιάζεται ως προάγγελος διάσπασης, κάθε νέα πολιτική κίνηση ως καταλύτης εξελίξεων και κάθε δημοσκόπηση ως απόδειξη ότι επίκειται πολιτικός σεισμός. Η εμπειρία, όμως, δείχνει ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί δεν ανατρέπονται τόσο εύκολα. Οι πολίτες αποφασίζουν με πιο σύνθετα κριτήρια και η τελική τους ετυμηγορία αποτυπώνεται μόνο στην κάλπη.
Οι δημοκρατίες λειτουργούν με θεσμούς και κανόνες, όχι με ευσεβείς πόθους. Όποιος θεωρεί ότι μπορεί να κυβερνήσει, οφείλει να πείσει την κοινωνία και να ζητήσει καθαρή εντολή. Αν οι πολίτες τον επιλέξουν, αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση. Αν όχι, περιμένει την επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Αυτή είναι η ουσία της δημοκρατίας και αυτός είναι ο μόνος δρόμος για την εναλλαγή στην εξουσία, όσο κι αν κάποιοι εξακολουθούν να επενδύουν περισσότερο στα πολιτικά σενάρια παρά στην ετυμηγορία των πολιτών.



