Η επιβολή νέων δασμών από τις ΗΠΑ σηματοδοτεί μια νέα φάση της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής. Οι τελευταίες αποφάσεις για το δασμολογικό καθεστώς διαμορφώνουν ένα πιο μόνιμο πλαίσιο εμπορικών περιορισμών, αναγκάζοντας επιχειρήσεις και επενδυτές να επανασχεδιάσουν τις στρατηγικές τους. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο τρόπος με τον οποίο μεταβάλλονται το κόστος του διεθνούς εμπορίου, η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και οι ισορροπίες στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση της Euromonitor International, μετά τη λήξη του προσωρινού καθεστώτος των οριζόντιων δασμών στις 24 Ιουλίου, οι ΗΠΑ υιοθέτησαν ένα νέο σύστημα που διατηρεί τους εμπορικούς περιορισμούς για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι περισσότερες χώρες επιβαρύνονται πλέον με τελικό δασμό 10% ή 12,5%, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία εντάσσονται. Στις περιπτώσεις όπου ήδη ίσχυαν δασμοί –όπως για αρκετά προϊόντα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα– οι νέες επιβαρύνσεις προσαρμόζουν το συνολικό επίπεδο του δασμού στα νέα όρια, αντί να προστίθενται εξ ολοκλήρου πάνω στους ήδη ισχύοντες.
Η ουσιαστική διαφορά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια είναι ότι οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν τους δασμούς ως μια συνθήκη με μεγαλύτερη διάρκεια και όχι ως ένα προσωρινό πολιτικό μέτρο που θα μπορούσε να ανατραπεί από μια νέα εμπορική συμφωνία. Έτσι, ο σχεδιασμός επενδύσεων, συμβολαίων και εφοδιαστικών αλυσίδων γίνεται με δεδομένο ότι το υψηλότερο κόστος θα παραμείνει, γεγονός που περιορίζει την ευελιξία των πολυεθνικών και αυξάνει τη δυσκολία του μακροπρόθεσμου προγραμματισμού.
Οι νέοι δασμοί προστίθενται σε ένα ήδη σύνθετο πλέγμα εμπορικών περιορισμών. Σε ισχύ παραμένουν οι ειδικοί δασμοί σε χάλυβα, αλουμίνιο, χαλκό, αυτοκίνητα, ανταλλακτικά και μικροτσίπ, ενώ για ορισμένες χώρες προβλέπονται επιπλέον επιβαρύνσεις. Η Βραζιλία, για παράδειγμα, υπόκειται σε ξεχωριστό καθεστώς δασμών για σειρά προϊόντων. Παράλληλα, η αβεβαιότητα γύρω από την εφαρμογή της εμπορικής συμφωνίας ΗΠΑ–Μεξικού–Καναδά (USMCA) δυσκολεύει τον σχεδιασμό των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη Βόρεια Αμερική.
Οι νέοι δασμοί αλλάζουν τις εφοδιαστικές αλυσί δες
Η Euromonitor επισημαίνει επίσης ότι η μεταφορά της παραγωγής εκτός Κίνας έχει χάσει μέρος της αποτελεσματικότητάς της ως τρόπος περιορισμού των επιπτώσεων από τους αμερικανικούς δασμούς. Τα προηγούμενα χρόνια πολλές πολυεθνικές μετέφεραν εργοστάσια στο Βιετνάμ και σε άλλες ασιατικές οικονομίες, όμως οι ίδιες αυτές χώρες επιβαρύνονται σήμερα με υψηλότερους δασμούς, ενώ μεγάλο μέρος της παραγωγής εξακολουθεί να εξαρτάται από κινεζικά εξαρτήματα. Ως αποτέλεσμα, ακόμη και όταν η τελική συναρμολόγηση γίνεται σε άλλη χώρα, το πρόσθετο κόστος δεν εξαλείφεται.
Η μεγαλύτερη έκθεση αφορά οικονομίες που εξαρτώνται έντονα από τις εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μεταξύ αυτών βρίσκεται το Βιετνάμ, καθώς σημαντικό μέρος της βιομηχανικής του παραγωγής –από ηλεκτρονικά και έπιπλα έως υποδήματα και ένδυση– κατευθύνεται στην αμερικανική αγορά. Αντίστοιχα, το Μεξικό παραμένει στενά συνδεδεμένο με την αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, γεγονός που δυσκολεύει τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό νέων επενδύσεων.
Οι επιπτώσεις αναμένεται να γίνουν αισθητές και στους ίδιους τους Αμερικανούς καταναλωτές. Οι κατηγορίες προϊόντων με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τις ασιατικές αλυσίδες παραγωγής –ηλεκτρονικές συσκευές, υπολογιστές, τηλεοράσεις, μικροσυσκευές, είδη ένδυσης και υπόδησης– είναι εκείνες στις οποίες οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται περισσότερο να απορροφήσουν το αυξημένο κόστος. Καθώς τα περιθώρια κέρδους παραμένουν περιορισμένα, μέρος των επιβαρύνσεων εκτιμάται ότι θα μεταφερθεί στις τελικές τιμές λιανικής.
Οι επιπτώσεις επεκτείνονται σε οικονομία και επιχειρήσεις
Οι επιπτώσεις των νέων δασμών εκδηλώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με αυξημένο κόστος και χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Στις τελευταίες της προβλέψεις η Euromonitor αναθεώρησε προς τα κάτω την εκτίμηση για την παγκόσμια ανάπτυξη το 2026, επισημαίνοντας ότι η άνοδος του ενεργειακού κόστους και οι διαταραχές στις μεταφορές ενισχύουν τις πληθωριστικές πιέσεις, καθιστώντας δυσκολότερες τις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων.
Παράλληλα, η UNCTAD επισημαίνει ότι η αξία του παγκόσμιου εμπορίου συνεχίζει να αυξάνεται, όμως η άνοδος αυτή οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στις υψηλότερες τιμές και όχι αποκλειστικά στη μεγαλύτερη ζήτηση. Η αύξηση του κόστους ενέργειας, μεταφορών και logistics, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εντάσεις, καθιστά ακριβότερες τις διεθνείς συναλλαγές και επηρεάζει άνισα τις οικονομίες, ανάλογα με την εξάρτησή τους από το διεθνές εμπόριο.
Ανάλογη είναι και η εκτίμηση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο στο επικαιροποιημένο World Economic Outlook υπογραμμίζει ότι οι εμπορικές εντάσεις, οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και οι αυξημένες ενεργειακές τιμές εξακολουθούν να αποτελούν βασικές πηγές αβεβαιότητας για την παγκόσμια οικονομία, ακόμη και αν ορισμένες οικονομίες εμφανίζονται πιο ανθεκτικές από ό,τι αναμενόταν.
Για τις επιχειρήσεις, η ανταγωνιστικότητα θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από παράγοντες που υπερβαίνουν το κόστος παραγωγής ή την επιλογή μιας διαφορετικής χώρας εγκατάστασης. Η διαφοροποίηση των προμηθευτών, η ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων και η ικανότητα προσαρμογής στις μεταβολές της εμπορικής πολιτικής αναδεικνύονται σε κρίσιμα στοιχεία της επιχειρηματικής στρατηγικής. Οι νέοι αμερικανικοί δασμοί δείχνουν ότι το διεθνές εμπόριο διαμορφώνεται σε ένα περιβάλλον όπου το υψηλότερο κόστος, οι συχνές αλλαγές στην εμπορική πολιτική και η γεωοικονομική αβεβαιότητα αποτελούν διαρκείς παράγοντες για τις επιχειρήσεις.



