Κάθε χώρα έχει τα κτίρια-σύμβολά της, και η Ελλάδα έχει το ΟΑΚΑ: το συγκρότημα που το 2004 φωτογραφήθηκε όσο κανένα άλλο ελληνικό έργο υποδομής – και που τις επόμενες δύο δεκαετίες έγινε, σχεδόν εξίσου δημόσια, το σύμβολο του τι συμβαίνει όταν ένα κράτος χτίζει εντυπωσιακά και συντηρεί ελλιπώς.
Σήμερα, το ίδιο συγκρότημα διανύει τη μεγαλύτερη φάση ανακατασκευής του μετά τους Αγώνες: ένα δημόσιο τεχνικό πρόγραμμα άνω των 170 εκατ. ευρώ που, μαζί με τις παράλληλες ιδιωτικές επενδύσεις, ανεβάζει το συνολικό αποτύπωμα των παρεμβάσεων στα 200-210 εκατ. ευρώ, με 27 ενεργά εργοτάξια ταυτόχρονα – το μεγαλύτερο τεχνικό πρόγραμμα της τελευταίας εικοσαετίας στον χώρο, όπως το περιγράφει η διοίκηση.
Ο πειρασμός είναι να διαβάσει κανείς την είδηση ως καταλόγο έργων. Το πιο ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι το τι φτιάχνεται· είναι το γιατί χρειάστηκε να φτιαχτεί – και το αν αυτή τη φορά θα μείνει φτιαγμένο.
Ο λογαριασμός των είκοσι χρόνων
Το σημερινό πρόγραμμα είναι, στην ουσία του, η τιμολόγηση μιας εικοσαετούς αναβολής. Πρώτος στόχος των παρεμβάσεων δεν είναι η αισθητική αναβάθμιση αλλά η ασφάλεια – η αντιμετώπιση προβλημάτων που συσσωρεύτηκαν από την ανεπαρκή συντήρηση μετά το 2004, με αποκορύφωμα τα ζητήματα στατικότητας που εντοπίστηκαν στο εμβληματικό στέγαστρο Καλατράβα του Κεντρικού Σταδίου και στο στέγαστρο του Ποδηλατοδρομίου. Όταν η τακτική φροντίδα αναβάλλεται επί δεκαετίες, δεν εξοικονομείται· ανατοκίζεται. Και ο λογαριασμός, όταν τελικά έρθει, γράφει εννιαψήφιο νούμερο.
Ενδιαφέρον έχει και το ποιος τον πληρώνει. Η χρηματοδότηση συντίθεται από ένα μωσαϊκό πηγών – ίδιους πόρους του ΟΑΚΑ, το αρμόδιο υπουργείο, το Ταμείο Ανάκαμψης, την Περιφέρεια Αττικής, το Υπερταμείο και τη χορηγία της Lamda Development – ενώ παράλληλα τρέχουν δύο αμιγώς ιδιωτικές επενδύσεις: η αναβάθμιση του κλειστού μπάσκετ από την ΚΑΕ Παναθηναϊκός και η αξιοποίηση του Ολυμπιακού Κέντρου Αντισφαίρισης από την εταιρεία «Στάδιο 2020», με τη συμμετοχή του Ιπποκράτη Ιωάννη Στασινόπουλου, του ομίλου Φάις, του Κίκου Μαρτίνου και της ΤΕΜΕΣ του Αχιλλέα Κωνσταντακόπουλου. Το μοντέλο του αποκλειστικά κρατικού ΟΑΚΑ έχει ήδη, αθόρυβα, παρέλθει.
Η πραγματική είδηση: η αλλαγή λειτουργικού συστήματος
Η βαθύτερη τομή του προγράμματος δεν βρίσκεται σε κανένα από τα 27 εργοτάξια. Βρίσκεται στη δηλωμένη πρόθεση να μην υπάρξει «παράδοση έργου» με την κλασική έννοια: καθώς ολοκληρώνονται εργολαβίες, προετοιμάζονται νέες, με στόχο έναν μόνιμο κύκλο αναβάθμισης και συντήρησης – ώστε κάθε εγκατάσταση να παρακολουθείται και να συντηρείται πριν φτάσει ξανά σε σημείο σοβαρής φθοράς. Αν εφαρμοστεί, αυτή είναι η πραγματική μεταρρύθμιση: η μετάβαση από την κουλτούρα της ηρωικής αποκατάστασης στην κουλτούρα της αδιάφορης – με την καλή έννοια – ρουτίνας. Οι υποδομές δεν σώζονται με έκτακτα κονδύλια· σώζονται με βαρετά, ετήσια κονδύλια που δεν γίνονται ποτέ πρωτοσέλιδο.
Το όραμα προχωρά και ένα βήμα παραπέρα: το ΟΑΚΑ θέλει να πάψει να είναι ένα άθροισμα αθλητικών εγκαταστάσεων και να λειτουργήσει ως αστικό Ολυμπιακό Πάρκο καθημερινής χρήσης – με περισσότερο πράσινο, αναβαθμισμένο φωτισμό, ξενώνες αθλητών, και μια πολιτιστική διαδρομή που θα αναδεικνύει τους πέντε αρχαιολογικούς χώρους που βρίσκονται εντός του συγκροτήματος, σε συνεργασία με το υπουργείο Πολιτισμού. Ο επισκέπτης, δηλαδή, να έρχεται στο ΟΑΚΑ χωρίς εισιτήριο αγώνα – όπως συμβαίνει στα μεγάλα ολυμπιακά πάρκα του κόσμου.
Εκεί κρύβεται και το αληθινό μέτρο της επιτυχίας. Τα 200 εκατομμύρια θα κριθούν όχι από την ημέρα των εγκαινίων, αλλά από το αν, σε δέκα χρόνια, το ΟΑΚΑ θα χρειάζεται ξανά «σωτηρία» – ή αν θα έχει γίνει αυτό που δεν υπήρξε ποτέ: μια υποδομή που απλώς λειτουργεί, κάθε μέρα, χωρίς δράμα. Στη διαχείριση των δημόσιων assets, το βαρετό είναι το νέο φιλόδοξο.
GOOD TO KNOW


