Η προεδρία του έφερε μια «χρυσή εποχή της Αμερικής», υπερηφανεύτηκε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του για την Κατάσταση της Ένωσης ο Donald Trump. «Η χώρα μας επέστρεψε· Μεγαλύτερη, καλύτερη και πιο ισχυρή από ποτέ άλλοτε», είπε. Οι Αμερικανοί δεν συμφωνούν.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Αμερικανοί είναι δυσαρεστημένοι με τον τρόπο που ο Trump χειρίζεται την οικονομία. Σε έρευνα που πραγματοποίησε η Wall Street Journal τον περασμένο μήνα, οι ψηφοφόροι έδωσαν στον Αμερικανό πρόεδρο χαμηλή βαθμολογία στην ερώτηση για το εάν ενδιαφέρεται «για ανθρώπους σαν εσάς», προσέχει την μεσαία τάξη και θέτει τις σωστές προτεραιότητες.
Μπροστά σε αυτές τις ανησυχίες, ο Trump αφιέρωσε την πρώτη ώρα της ομιλίας του στην οικονομία, λέγοντας ότι έχει επιβραδύνει τον πληθωρισμό, ωθήσει το χρηματιστήριο σε επίπεδα-ρεκόρ, υπογράψει σαρωτικές μειώσεις φόρων και ρίξει τις τιμές των φαρμάκων.
Όμως, δεν φαίνεται να κατευνάζει την οργή των Αμερικανών απέναντι στο υψηλό κόστος ζωής.
Αν και ο Trump έχει προσπαθήσει να επιρρίψει τις ευθύνες για την ακρίβεια στον προκάτοχό του, τον Joe Biden, δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι θεωρούν τον ίδιο υπεύθυνο και τον κατηγορούν ότι δεν κάνει αρκετά για να αντιμετωπίσει την κρίση του κόστους ζωής, παρότι η προεκλογική του καμπάνια εστίασε επιθετικά στο ζήτημα αυτό.
«Κληρονόμησα μια οικονομία που ήταν στο χείλος του γκρεμού. Τώρα, η οικονομία μας προκαλεί κυριολεκτικά ζήλεια σε όλο τον κόσμο», είπε.
Όμως το μεγαλύτερο εμπόδιο που αντιμετωπίζει ο Trump είναι να πείσει τους Αμερικανούς ότι η οικονομία τους είναι πράγματι ισχυρή, την ώρα που το οικονομικό κλίμα είναι χαμηλό.
Γιατί ο πληθωρισμός μπορεί να έχει επιβραδύνει, όμως και η οικονομική ανάπτυξη κατέβασε ταχύτητα στα τέλη του περασμένου έτους. Η αμερικανική οικονομία δημιούργησε μόλις 181.000 νέες θέσεις εργασίας το 2025, έστω και εάν τα στοιχεία βελτιώθηκαν τον Ιανουάριο.
Όπως σημειώνει το CNN, οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν ενδιαφέρονται για τους οικονομικούς δείκτες που μπορεί να δείχνουν ότι οι ΗΠΑ βαδίζουν στο σωστό μονοπάτι. Τους ενδιαφέρει η ασφάλεια της θέσης εργασίας τους και οι φόβοι που κρατούν πολλούς ξύπνιους τα βράδια: Πώς να πληρώσουν το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο ή το στεγαστικό, τους λογαριασμούς υγείας, τις δόσεις για το αυτοκίνητο, τα φοιτητικά δάνεια και τη φύλαξη των παιδιών τους. Και όλα αυτά ακριβαίνουν.
Η ανάπτυξη τύπου «Κ» της αμερικανικής οικονομίας, όπου οι πιο εύποροι ευνοούνται από τις οικονομικές τάσεις την ώρα που τα νοικοκυριά χαμηλότερων εισοδημάτων μένουν όλο και πιο πίσω, δεν είναι κάτι νέο στις ΗΠΑ. Όμως τα τελευταία χρόνια, το χάσμα ανάμεσα στους έχοντες και τους μη έχοντες διευρύνεται. Η μεγαλύτερη διαφορά εντοπίζεται ανάμεσα σε εκείνους που έχουν το δικό τους σπίτι – και κυρίως όσους επαναχρηματοδότησαν τα δάνειά τους με ιστορικά χαμηλά επιτόκια κατά τη διάρκεια της πανδημίας – και όσους πασχίζουν να βρουν μια προσιτή στέγη, την ώρα που η αγορά ακινήτων παραμένει σε μεγάλο βαθμό παγωμένη.
Οι ανατιμήσεις στα είδη πρώτης ανάγκης όπως και οι περιορισμοί στις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας σίγουρα δεν βοηθούν. Αυτό σημαίνει ότι πολλά νοικοκυριά αναγκάζονται να πάρουν δύσκολες αποφάσεις, καθώς ο αριθμός των Αμερικανών που εμφανίζουν καθυστέρηση άνω των τριών μηνών στα δάνειά τους αυξάνεται.
Ο Trump επέμενε ότι η πληθωριστική κρίση είναι αποτέλεσμα των πολιτικών της προηγούμενης κυβέρνησης, που έσπρωξαν τις τιμές τουλάχιστον 20% υψηλότερα κατά τη διάρκεια της θητείας του Biden. Και την ίδια στιγμή, υπερασπίστηκε τους δικούς του δασμούς, οι οποίοι σύμφωνα με το Tax Foundation αύξησαν πέρυσι τα έξοδα του μέσου αμερικανικού νοικοκυριού κατά 1.000 δολάρια.
Αν και από τις αρχές του έτους ρίχνει στο τραπέζι μια σειρά από μέτρα που στόχο έχουν να κάνουν το κόστος ζωής πιο προσιτό για τους Αμερικανούς, η τάση του να επαίρεται για τις επιδόσεις του στο μέτωπο της οικονομίας δεν πείθει τους ψηφοφόρους ότι καταλαβαίνει πραγματικά τα προβλήματά τους. «Πέτυχα τις προσιτές τιμές», είπε σε ομιλία του στην Τζόρτζια την περασμένη εβδομάδα, διεκδικώντας τα εύσημα για την επιβράδυνση του πληθωρισμού.



