Επί δεκαετίες, η σχέση του Έλληνα με την εφορία στηριζόταν σε μια σιωπηρή στατιστική: ο έλεγχος ήταν σπάνιος, ο ελεγκτής έφτανε αργά, και η φοροδιαφυγή έμοιαζε λιγότερο με ρίσκο και περισσότερο με πιθανότητα υπέρ του παίκτη. Αυτή η στατιστική μόλις άλλαξε – όχι με νόμο, αλλά με ένα οργανόγραμμα.
Χθες 24 Αυγούστου 2026 ξεκίνησε η λειτουργία της νέας Γενικής Διεύθυνσης Ψηφιακών Υπηρεσιών και Συστημάτων της ΑΑΔΕ, που διαδέχεται τη Γενική Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης – τη γνωστή Δ.ΗΛΕ.Δ., η οποία για περισσότερο από μια δεκαετία ταυτίστηκε με τις μαζικές ηλεκτρονικές διασταυρώσεις. Στα χαρτιά, μια διοικητική αναδιάρθρωση. Στην ουσία, μια αλλαγή φιλοσοφίας: το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από την παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών στην αξιοποίηση τεχνολογιών αιχμής, δεδομένων και έξυπνων συστημάτων, ώστε η φορολογική διοίκηση να λειτουργεί ταχύτερα, ασφαλέστερα και – κυρίως- προληπτικά.
Η τεχνητή νοημοσύνη αποκτά για πρώτη φορά διακριτή θέση στη δομή της Αρχής, με ειδικό τμήμα στη νέα Διεύθυνση Στρατηγικής και Αρχιτεκτονικής, ενώ προβλέπονται chatbots και εξειδικευμένοι AI agents τόσο για την εξυπηρέτηση των φορολογουμένων όσο και για τις εσωτερικές διαδικασίες. Στους δηλωμένους στόχους: αυτοματοποίηση διαδικασιών, πρόβλεψη κινδύνων, στόχευση ελέγχων, βελτίωση της συμμόρφωσης. Με άλλα λόγια, η εφορία δεν θα σε ψάχνει πια στην τύχη. Θα ξέρει πού να κοιτάξει.
Το πείραμα έχει ήδη τρέξει
Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι η ΑΑΔΕ «προσλαμβάνει» την τεχνητή νοημοσύνη· είναι ότι τη θεσμοθετεί αφού πρώτα τη δοκίμασε. Ο σχεδιασμός της για το 2026 περιλαμβάνει 307.820 διασταυρώσεις, με συστήματα BI και Data Analytics να αναδεικνύουν επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου μέσα από τα big data της Αρχής. Στο επίκεντρο, στοιχεία από POS, myDATA και ενδοκοινοτικές συναλλαγές, με τους ελέγχους να στοχεύουν κλάδους με μεγάλο φορολογικό κενό, υψηλή παραβατικότητα και αποκλίσεις μεταξύ δηλωθέντων εισοδημάτων και δαπανών.
Τα αποτελέσματα είναι ήδη μετρήσιμα – και εντυπωσιακά. Οι διασταυρώσεις μέσω myDATA εντόπισαν 1.377 επιχειρήσεις που υπέβαλαν μηδενικές δηλώσεις ΦΠΑ παρότι είχαν οικονομική δραστηριότητα, ενώ στην ενδοκοινοτική απάτη η παραβατικότητα που εντοπίστηκε ξεπέρασε το 81%. Στο ταμείο, η εικόνα είναι εξίσου καθαρή: τα έσοδα από τον ΦΠΑ ξεπέρασαν τα 14,5 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του 2026, αυξημένα κατά περίπου 1,7 δισ. σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025 – εξέλιξη που αποδίδεται εν μέρει στην ενίσχυση της συμμόρφωσης μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων.
Και εδώ κρύβεται η λιγότερο προφανής πλευρά της ιστορίας: το ίδιο σύστημα που εντοπίζει τον παραβάτη, επιβραβεύει τον συνεπή. Το 97,83% των επιστροφών ΦΠΑ το 2025 ολοκληρώθηκε εντός 90 ημερών. Η ψηφιακή εφορία δεν είναι μόνο αυστηρότερη – είναι και ταχύτερη με όσους δεν έχει λόγο να κυνηγήσει.
Το γαλλικό προηγούμενο και το πραγματικό στοίχημα
Η Ελλάδα δεν πρωτοτυπεί. Η γαλλική φορολογική αρχή, που αναζητά κάθε χρόνο 80 με 100 δισ. ευρώ διαφεύγοντα έσοδα, έχει εντάξει εδώ και χρόνια την τεχνητή νοημοσύνη επίσημα στο ελεγκτικό της οπλοστάσιο. Αλλά το γαλλικό παράδειγμα δείχνει και τα όρια του εγχειρήματος: το Συνταγματικό Δικαστήριο της χώρας κλήθηκε να κρίνει τη συνταγματικότητα διατάξεων που επέτρεπαν στις αρχές να συλλέγουν, με εργαλεία AI, δημόσια διαθέσιμα δεδομένα από κοινωνικά δίκτυα και ιστοτόπους. Όσο μεγαλώνει ο όγκος των δεδομένων που συλλέγονται και επεξεργάζονται, τόσο πιο κρίσιμη γίνεται η εμπιστοσύνη μεταξύ φορολογούμενου και διοίκησης – και η ασφάλεια των πληροφοριών.
Αυτό είναι, τελικά, το στοίχημα που δεν λύνεται με τεχνολογία. Ένας αλγόριθμος που στοχεύει ελέγχους είναι τόσο αξιόπιστος όσο τα δεδομένα και τα κριτήρια που τον τροφοδοτούν – και τόσο αποδεκτός όσο η διαφάνεια με την οποία λειτουργεί. Η μετάβαση από τον εκ των υστέρων έλεγχο στην πρόβλεψη σημαίνει ότι το κράτος θα «βλέπει» τον φορολογούμενο πριν εκείνος υποβάλει δήλωση. Για τη συνεπή επιχείρηση, αυτό μεταφράζεται σε λιγότερη γραφειοκρατία και γρηγορότερο χρήμα.
Για το σύστημα συνολικά, όμως, η επιτυχία θα κριθεί από κάτι πιο δύσκολο από τα μοντέλα μηχανικής μάθησης: από το αν οι πολίτες πειστούν ότι το έξυπνο κράτος είναι και δίκαιο κράτος. Γιατί η φορολογική συμμόρφωση, στο βάθος, δεν είναι τεχνολογικό ζήτημα. Είναι ζήτημα εμπιστοσύνης – και η εμπιστοσύνη δεν αυτοματοποιείται.



