31 Ιουλίου 1912
Λίγοι οικονομολόγοι κατάφεραν να μεταφέρουν τις θεωρίες τους από τα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα στα υπουργικά γραφεία και από εκεί στην καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων. Ο Milton Friedman, ο οποίος γεννήθηκε στις 31 Ιουλίου 1912 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, ήταν ένας από αυτούς.
Υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία της Σχολής του Σικάγο, τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομικών και επηρέασε βαθιά την οικονομική πολιτική του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Οι ιδέες του για τον πληθωρισμό, την προσφορά χρήματος και τον περιορισμό της κρατικής παρέμβασης έγιναν σημείο αναφοράς για κεντρικές τράπεζες και κυβερνήσεις. Παράλληλα, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις για το κοινωνικό κόστος των πολιτικών που συνδέθηκαν με αυτές.

Από μια οικογένεια μεταναστών στο Σικάγο
Ο Friedman ήταν το νεότερο από τα τέσσερα παιδιά μιας οικογένειας μεταναστών από την περιοχή της σημερινής Ουκρανίας. Σπούδασε με υποτροφία στο Rutgers University και συνέχισε στο University of Chicago, όπου αργότερα δίδαξε για τρεις δεκαετίες.
Την εποχή εκείνη κυριαρχούσαν οι ιδέες του John Maynard Keynes. Οι κυβερνήσεις θεωρούσαν ότι μπορούσαν, μέσω των δημοσίων δαπανών και της φορολογίας, να διαχειρίζονται τη ζήτηση και να περιορίζουν την ανεργία. Ο Friedman αμφισβήτησε αυτήν την προσέγγιση, επαναφέροντας στο κέντρο της συζήτησης την ποσότητα του χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία.
Η θέση με την οποία ταυτίστηκε ήταν ότι ο επίμονος πληθωρισμός δεν μπορεί να συντηρηθεί χωρίς υπερβολική αύξηση της προσφοράς χρήματος. Κατά τον ίδιο, η προσπάθεια των κυβερνήσεων να μειώνουν διαρκώς την ανεργία μέσω πληθωριστικών πολιτικών μπορεί να έχει μόνο πρόσκαιρα αποτελέσματα. Όταν εργαζόμενοι και επιχειρήσεις αρχίσουν να περιμένουν υψηλότερες τιμές, προσαρμόζουν μισθούς και αποφάσεις, με αποτέλεσμα ο πληθωρισμός να επιταχύνεται χωρίς μόνιμο όφελος στην απασχόληση.
Η δικαίωση από τον στασιμοπληθωρισμό
Η δεκαετία του 1970 έφερε τον συνδυασμό που πολλοί θεωρούσαν μέχρι τότε απίθανο: υψηλό πληθωρισμό μαζί με αυξημένη ανεργία και ασθενή ανάπτυξη. Ο στασιμοπληθωρισμός αποδυνάμωσε την πεποίθηση ότι υπάρχει μια σταθερή ανταλλαγή μεταξύ πληθωρισμού και ανεργίας και έδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα στις προειδοποιήσεις του Friedman.
Μαζί με την Anna Schwartz, στο έργο «A Monetary History of the United States», υποστήριξε επίσης ότι η Federal Reserve επιδείνωσε τη Μεγάλη Ύφεση, επιτρέποντας στη νομισματική κυκλοφορία να συρρικνωθεί καθώς κατέρρεαν οι τράπεζες. Η ανάλυση αυτή άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο οι οικονομολόγοι αντιμετώπιζαν τον ρόλο της νομισματικής πολιτικής στις κρίσεις.
Το 1976 τιμήθηκε με το Νόμπελ Οικονομικών για τη συμβολή του στην ανάλυση της κατανάλωσης, τη νομισματική ιστορία και θεωρία και την ανάδειξη της πολυπλοκότητας της οικονομικής πολιτικής.
Η επιρροή και η σκοτεινή πλευρά
Ο Friedman δεν περιορίστηκε στη νομισματική πολιτική. Υποστήριξε τις ελεύθερες αγορές, τις ιδιωτικοποιήσεις, την απορρύθμιση, τις σχολικές επιταγές και τον περιορισμό του κράτους. Οι απόψεις του επηρέασαν τις οικονομικές στροφές που συνδέθηκαν με τον Ronald Reagan στις ΗΠΑ και τη Margaret Thatcher στη Βρετανία.
Η κληρονομιά του, ωστόσο, παραμένει διχαστική. Οι επικριτές του συνδέουν την εφαρμογή των ιδεών του με αύξηση των ανισοτήτων, αποδυνάμωση της προστασίας των εργαζομένων και επώδυνες πολιτικές λιτότητας. Ιδιαίτερη κριτική δέχθηκε για την επίσκεψή του στη Χιλή το 1975 και τη συνάντησή του με τον δικτάτορα Augusto Pinochet, παρότι ο ίδιος υποστήριζε ότι δεν υπήρξε σύμβουλος του καθεστώτος.
Σήμερα, οι κεντρικές τράπεζες δεν ακολουθούν μηχανικά τον μονεταρισμό του Friedman. Έχουν υιοθετήσει, όμως, μια βασική παρακαταθήκη του: ότι η σταθερότητα των τιμών, οι προσδοκίες και η αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα ζητήματα. Και κάθε φορά που ο πληθωρισμός επιστρέφει, ο Friedman επιστρέφει μαζί του.



