Για πολλά χρόνια, το να βρεις ταξί στη χώρα μας αποτελούσε μια μικρή περιπέτεια με άγνωστη κατάληξη.
Έπρεπε να σταθείς στην άκρη του δρόμου, να σηκώσεις το χέρι σε όποιο όχημα περνούσε χωρίς να είσαι σίγουρος αν -και πότε- η προσπάθειά σου θα είναι επιτυχημένη, ή να τηλεφωνήσεις σε κάποιο ραδιοταξί και να περιμένεις.
Οι εφαρμογές ταξί υπόσχονταν να αλλάξουν αυτό το μοντέλο, καθώς, με ένα κουμπί στο κινητό, ο οδηγός θα εμφανιζόταν μπροστά σου μέσα σε λίγα λεπτά.
Η υπόσχεση αυτή πράγματι άλλαξε τον τρόπο που μετακινούνται οι πολίτες στις πόλεις καθώς τους προσέφερε πιο ασφαλείς διαδρομές, με προσεγμένα οχήματα και οδηγούς τους οποίους επέλεγαν.
Όμως, περισσότερο από δέκα χρόνια μετά την εμφάνισή τους στην ελληνική αγορά, οι πλατφόρμες μετακίνησης φαίνεται να έχουν απομακρυνθεί από την αρχική ιδέα της καινοτομίας και της διαφορετικής εμπειρίας μετακίνησης.
Σήμερα αποτελούν πλέον ένα καθιερωμένο εργαλείο, αλλά όχι απαραίτητα μια επανάσταση στις μετακινήσεις.
Η αρχή μιας νέας αγοράς
Η πρώτη εφαρμογή που έφερε τη λογική της ψηφιακής κλήσης ταξί στην Ελλάδα ήταν το Taxibeat το 2011. Η εταιρεία ιδρύθηκε από μια μικρή ομάδα Ελλήνων επιχειρηματιών με στόχο να εκσυγχρονίσει έναν κλάδο που λειτουργούσε σχεδόν αποκλειστικά με τηλεφωνικά κέντρα και φυσική παρουσία στους δρόμους.
Η ιδέα ήταν απλή αλλά ριζοσπαστική για την εποχή, καθώς ο επιβάτης μπορούσε να βλέπει στον χάρτη διαθέσιμους οδηγούς, να επιλέγει εκείνον που προτιμούσε και να γνωρίζει εκ των προτέρων το όχημα αλλά και τη διαδρομή που θα ακολουθηθεί. Παράλληλα, υπήρχε αξιολόγηση οδηγών, κάτι που έδινε την αίσθηση μεγαλύτερης ασφάλειας και διαφάνειας.
Η εφαρμογή γνώρισε γρήγορα μεγάλη επιτυχία, αφού μέσα σε λίγα χρόνια συγκέντρωσε εκατοντάδες χιλιάδες χρήστες και χιλιάδες οδηγούς, ενώ επεκτάθηκε και σε άλλες χώρες.
Το 2017 εξαγοράστηκε από τη γερμανική MyTaxi έναντι περίπου 40 εκατομμυρίων ευρώ, σηματοδοτώντας μία από τις πιο επιτυχημένες ελληνικές εξαγορές στον χώρο των start-ups, ενώ η πλατφόρμα μετονομάστηκε λειτουργεί πλέον ως Free Now.
Οι διεθνείς παίκτες
Η ελληνική αγορά δεν έμεινε για πολύ χωρίς ανταγωνισμό, με την Uber να κάνει την εμφάνισή της το 2014, σε μια περίοδο όπου η εταιρεία επεκτεινόταν επιθετικά σε όλο τον κόσμο.
Αρχικά λειτούργησε με μοντέλο που επέτρεπε σε ιδιώτες οδηγούς να μεταφέρουν επιβάτες χωρίς άδεια ταξί, κάτι που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τον κλάδο και τελικά οδήγησε σε νομοθετικές παρεμβάσεις.
Μετά την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου το 2018, η Uber επέστρεψε στην Ελλάδα με διαφορετικό μοντέλο, συνεργαζόμενη πλέον αποκλειστικά με αδειοδοτημένα ταξί.
Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε στην αγορά και η Bolt, η εσθονική πλατφόρμα μετακίνησης που δραστηριοποιείται σε δεκάδες χώρες και προσπαθεί να κερδίσει μερίδιο προσφέροντας χαμηλότερες προμήθειες στους οδηγούς.
Σήμερα, η ελληνική αγορά εφαρμογών ταξί υπολογίζεται ότι κινείται σε αξία περίπου 800 εκατομμυρίων ευρώ. Η Free Now παραμένει ο μεγαλύτερος παίκτης, με εκατομμύρια χρήστες και χιλιάδες οδηγούς στην πλατφόρμα της, ενώ η Uber και η Bolt διεκδικούν σημαντικό κομμάτι της αγοράς.
Οι ελληνικές προσπάθειες
Παράλληλα με τις διεθνείς πλατφόρμες, έχουν εμφανιστεί και ελληνικές εφαρμογές που προσπαθούν να αποκτήσουν παρουσία στον κλάδο.
Πλατφόρμες όπως το Taxi.gr, η Taxiplon και άλλες μικρότερες εφαρμογές προσφέρουν υπηρεσίες κλήσης ταξί, ενώ αρκετοί ραδιοσταθμοί ταξί έχουν δημιουργήσει τις δικές τους εφαρμογές για να διατηρήσουν επαφή με την ψηφιακή εποχή.
Ορισμένες ελληνικές εταιρείες έχουν επικεντρωθεί και σε πιο εξειδικευμένες υπηρεσίες. Για παράδειγμα, η Welcome Pickups δραστηριοποιείται κυρίως στον τουριστικό τομέα, προσφέροντας μεταφορές από αεροδρόμια με προκρατήσεις, ενώ άλλες εφαρμογές λειτουργούν σε συγκεκριμένες περιοχές ή νησιά.
Η υπόσχεση της καινοτομίας
Όταν οι εφαρμογές ταξί εμφανίστηκαν στην αγορά, το βασικό τους πλεονέκτημα ήταν η εμπειρία χρήσης. Ο επιβάτης μπορούσε να δει τον οδηγό πριν τον επιλέξει, να διαβάσει αξιολογήσεις, να γνωρίζει το μοντέλο του αυτοκινήτου και να αισθάνεται ότι έχει μεγαλύτερο έλεγχο στη διαδρομή του.
Αυτή η αίσθηση επιλογής αποτέλεσε βασικό στοιχείο της επιτυχίας τους. Για πρώτη φορά, ο επιβάτης δεν ήταν απλώς ένας πελάτης που επιβιβαζόταν σε ένα τυχαίο ταξί, αλλά μπορούσε να επιλέξει ποιος θα τον μεταφέρει.
Στην πορεία όμως, αυτό το στοιχείο άρχισε να υποχωρεί. Σήμερα, στις περισσότερες πλατφόρμες, ο χρήστης δεν μπορεί να επιλέξει συγκεκριμένο οδηγό ή όχημα. Η επιλογή γίνεται αυτόματα από τον αλγόριθμο της εφαρμογής και ο επιβάτης απλώς περιμένει την ανάθεση της διαδρομής.
Οι νέες χρεώσεις και το κόστος της ευκολίας
Ένα ακόμη ζήτημα που έχει αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια είναι το κόστος των υπηρεσιών. Αν και οι βασικές τιμές των ταξί στην Ελλάδα καθορίζονται από το κράτος και το ταξίμετρο, οι εφαρμογές έχουν προσθέσει επιπλέον χρεώσεις που αυξάνουν το συνολικό κόστος της διαδρομής.
Οι λεγόμενες χρεώσεις προμίσθωσης ή υπηρεσίας μπορεί να κυμαίνονται από λίγα λεπτά έως αρκετά ευρώ ανά διαδρομή. Παράλληλα, υπάρχουν επιπλέον επιλογές όπως «priority» ή «comfort», που αυξάνουν το κόστος για τον επιβάτη.
Οι πλατφόρμες επίσης επιβάλλουν υψηλές προμήθειες στους οδηγούς για κάθε διαδρομή. Αυτό έχει δημιουργήσει συχνά ένταση μεταξύ οδηγών και εταιρειών, καθώς οι οδηγοί θεωρούν ότι το ποσοστό που παρακρατείται είναι υψηλό.
Όταν η εμπειρία μοιπάζει με το παλιό ταξί
Ένα από τα πιο συχνά παράπονα των χρηστών είναι ότι η εμπειρία μετακίνησης μέσω εφαρμογών δεν διαφέρει πλέον τόσο από εκείνη των συμβατικών ταξί.
Καθώς οι πλατφόρμες άνοιξαν σε μεγαλύτερο αριθμό οδηγών, εμφανίστηκαν και τα προβλήματα που χαρακτηρίζουν παραδοσιακά τον κλάδο. Οχήματα που δεν βρίσκονται πάντα στην καλύτερη κατάσταση, οδηγοί που ακυρώνουν διαδρομές ή επιλέγουν ποιες κούρσες θα εκτελέσουν και περιστατικά διαφωνιών με επιβάτες.
Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν καταγραφεί ακόμη και καταγγελίες για υπερχρεώσεις ή πρακτικές που δημιουργούν αμφισβήτηση για τη διαφάνεια των συναλλαγών.
Ο ρόλος των αλγορίθμων
Οι πλατφόρμες βασίζονται σε αλγορίθμους που καθορίζουν την ανάθεση διαδρομών, τη σειρά προτεραιότητας και συχνά τις χρεώσεις. Αυτό δημιουργεί ένα σύστημα που για τον χρήστη είναι συχνά αδιαφανές.
Οι επιβάτες βλέπουν απλώς το τελικό κόστος και την εκτίμηση χρόνου, χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς πώς υπολογίζεται η προμήθεια ή πώς επιλέγεται ο οδηγός που θα αναλάβει τη διαδρομή.
Η χρήση τέτοιων αλγοριθμικών μοντέλων αποτελεί διεθνή πρακτική, αλλά έχει προκαλέσει και συζητήσεις για τη διαφάνεια και τη δικαιοσύνη των τιμών.
Η θετική πλευρά
Παρά τα προβλήματα, οι εφαρμογές ταξί έχουν αναμφίβολα βελτιώσει την καθημερινότητα των μετακινήσεων.
Η δυνατότητα κλήσης ταξί από το κινητό, η πληρωμή με κάρτα και η παρακολούθηση της διαδρομής σε πραγματικό χρόνο αποτελούν σημαντικές διευκολύνσεις για τους επιβάτες.
Ιδιαίτερα για τους τουρίστες, οι εφαρμογές προσφέρουν μεγαλύτερη ασφάλεια και προβλεψιμότητα σε μια άγνωστη πόλη.
Επιπλέον, πολλοί οδηγοί έχουν βρει μέσω των πλατφορμών έναν τρόπο να αυξήσουν την πελατεία τους.
Η επόμενη μέρα
Περισσότερο από μια δεκαετία μετά την εμφάνισή τους, οι εφαρμογές ταξί έχουν γίνει μέρος της καθημερινότητας στις ελληνικές πόλεις.
Η καινοτομία που κάποτε υποσχέθηκαν έχει σε μεγάλο βαθμό ενσωματωθεί στην κανονικότητα.
Η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν οι εφαρμογές θα συνεχίσουν να υπάρχουν, αλλά αν μπορούν να εξελιχθούν ώστε να προσφέρουν πραγματική προστιθέμενη αξία τόσο στους επιβάτες όσο και στους οδηγούς.
Γιατί η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί για να αλλάξει έναν κλάδο, καθώς αυτό που τελικά καθορίζει την επιτυχία της είναι η εμπειρία που αφήνει στους ανθρώπους που τη χρησιμοποιούν καθημερινά.



