Η ακρίβεια στην κατοικία αλλάζει διεύθυνση, με τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις δεν περιορίζονται πλέον στις παραδοσιακά ακριβές περιοχές της Αττικής. Το ράλι περνά σταδιακά στις γειτονιές που μέχρι πρότινος αποτελούσαν την εναλλακτική λύση για τον αγοραστή που δεν μπορούσε – ή δεν ήθελε – να ακολουθήσει τις τιμές των νοτίων και των βορείων προαστίων. Δυτικά προάστια, περιοχές γύρω από τον Πειραιά αλλά και γειτονιές στα όρια του κέντρου βλέπουν πλέον τις ζητούμενες τιμές να ανεβαίνουν με διψήφιο ρυθμό, ιδιαίτερα στα μικρότερα σπίτια.
Η αγορά, επομένως, δείχνει να αποκτά νέα «μέτωπα» ακρίβειας. Όσο οι ήδη ακριβές περιοχές κινούνται από υψηλή βάση, οι μέχρι πρότινος φθηνότερες γειτονιές καλύπτουν μέρος της απόστασης με πολύ ταχύτερους ρυθμούς, με τη μεγαλύτερη πίεση εντοπίζεται συχνά ακριβώς στο προϊόν που αναζητά ο μέσος αγοραστής: τη μικρότερη και θεωρητικά πιο προσιτή κατοικία.
Τα επικαιροποιημένα στοιχεία της Χρυσής Ευκαιρίας για το δεύτερο τρίμηνο του 2026 δείχνουν ότι η άνοδος στην Αθήνα συνεχίζεται, αλλά με μεγάλες διαφοροποιήσεις ανά επιφάνεια. Στα ακίνητα έως 80 τ.μ. η μέση ζητούμενη τιμή διαμορφώθηκε στα 3.012 ευρώ ανά τετραγωνικό, αυξημένη κατά 11,2% σε ετήσια βάση. Για τα σπίτια από 81 έως 120 τ.μ. η αύξηση περιορίζεται στο 4,7%, στα 2.831 ευρώ, ενώ στα άνω των 121 τ.μ. η τιμή κινήθηκε μόλις 1,2% υψηλότερα, στα 3.050 ευρώ.
Πίσω όμως από τον μέσο όρο κρύβονται μεγαλύτερες ανατροπές.
Χαρακτηριστικότερη είναι η περίπτωση της Νέας Ιωνίας, όπου τα σπίτια έως 80 τ.μ. έφτασαν στα 3.454 ευρώ ανά τετραγωνικό, καταγράφοντας άνοδο 27,8% μέσα σε έναν χρόνο. Την ίδια στιγμή, οι διαθέσιμες κατοικίες αυτής της κατηγορίας αυξήθηκαν κατά 38,6%. Η εικόνα αλλάζει όσο μεγαλώνει η επιφάνεια: στα 81 έως 120 τ.μ. η άνοδος της τιμής περιορίστηκε στο 6%, ενώ στα μεγαλύτερα σπίτια στο 3,9%. Ισχυρές ανατιμήσεις καταγράφονται και στα δυτικά. Στο Αιγάλεω, η τιμή για κατοικίες έως 80 τ.μ. ανέβηκε κατά 21,5%, από 2.251 στα 2.736 ευρώ ανά τετραγωνικό, ενώ στα σπίτια από 81 έως 120 τ.μ. η αύξηση ήταν μόλις 3,5%. Ακόμη μικρότερη, 0,7%, ήταν η άνοδος στα ακίνητα άνω των 121 τ.μ., τα οποία πωλούνται προς 1.949 ευρώ ανά τετραγωνικό. Παρόμοια είναι η εικόνα στο Περιστέρι, όπου τα μικρά σπίτια ακρίβυναν κατά 18,2%, φτάνοντας τα 2.851 ευρώ ανά τ.μ. και τα ακίνητα από 81 έως 120 τ.μ. κατά 11,7%, στα 2.678 ευρώ. Ακόμη και οι μεγάλες κατοικίες, πάντως, κινήθηκαν αισθητά υψηλότερα, με αύξηση 14,2% και τιμή 2.333 ευρώ ανά τετραγωνικό.
Το «μέτωπο» των αυξήσεων επεκτείνεται και προς τον Πειραιά. Στη Νίκαια, οι κατοικίες έως 80 τ.μ. πωλούνται πλέον προς 2.440 ευρώ ανά τετραγωνικό, ακριβότερα κατά 18,2% σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Στον Κορυδαλλό η αντίστοιχη αύξηση φτάνει το 15,8%, με την τιμή στα 2.618 ευρώ, όταν στα μεγαλύτερα σπίτια άνω των 121 τ.μ. η άνοδος περιορίζεται στο 1,9%. Στον ίδιο τον Πειραιά οι αυξήσεις είναι πιο συγκρατημένες, αλλά απλώνονται στις δύο μικρότερες κατηγορίες: 7,9% στα έως 80 τ.μ., με την τιμή στα 3.158 ευρώ, και 8,4% στα 81 έως 120 τ.μ., στα 2.893 ευρώ. Αντίθετα, τα μεγάλα σπίτια αυξήθηκαν κατά 3,7%. Στην Πετρούπολη, τα έως 80 τ.μ. έχουν φτάσει τα 2.833 ευρώ ανά τετραγωνικό μετά από άνοδο 12,2%, ενώ τα διαθέσιμα ακίνητα αυξήθηκαν κατά 28,8%. Στις μεγαλύτερες επιφάνειες ο ρυθμός αποκλιμακώνεται στο 7,2% και μόλις 1,1%, αντίστοιχα.
Η εικόνα αυτή αποκτά μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν συγκρίνεται με ορισμένες από τις ακριβότερες αγορές της Αττικής. Στον Άλιμο, για παράδειγμα, τα σπίτια έως 80 τ.μ. όχι μόνο δεν ακρίβυναν, αλλά η ζητούμενη τιμή μειώθηκε κατά 5,2%, στα 4.287 ευρώ ανά τετραγωνικό. Στα ακίνητα από 81 έως 120 τ.μ. η αύξηση ήταν 1,6% και στα μεγαλύτερα 5,3%. Στη Βούλα οι αυξήσεις κινούνται μεταξύ 3,8% και 6,3%, με τις τιμές βέβαια να παραμένουν σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο, έως τα 6.796 ευρώ ανά τετραγωνικό. Στη Γλυφάδα, τα μικρά σπίτια ενισχύθηκαν κατά 10,3%, στα 5.342 ευρώ, αλλά οι μεσαίες και μεγάλες κατοικίες κινήθηκαν με σαφώς χαμηλότερους ρυθμούς, 3,6% και 5,1%.



