Η συμφωνία που διερευνούν Vodafone και ΔΕΗ για το δίκτυο οπτικής ίνας δεν αφορά μόνο την περαιτέρω διείσδυση της ΔΕΗ στις τηλεπικοινωνιακές υποδομές. Φωτίζει και την επόμενη κίνηση της Vodafone σε μια αγορά όπου η αυτόνομη ανάπτυξη FTTH (Fiber To The Home) χρειάζεται πλέον μεγαλύτερη κλίμακα για να αποδώσει. Οι δύο όμιλοι υπέγραψαν μη δεσμευτικό πλαίσιο όρων για τη δημιουργία κοινής εταιρείας 50%-50%, μέσα από τη συγχώνευση της Fiber2All και της ΔΕΗ FiberGrid. Στόχος είναι να σχηματιστεί ένας χονδρικός πάροχος υποδομών FTTH, ο οποίος θα διαθέτει δίκτυο σε υφιστάμενους ή νέους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους.
Μέχρι τώρα, το μεγαλύτερο βάρος της συζήτησης έχει πέσει στη ΔΕΗ FiberGrid, η οποία παρουσιάζει ταχύτατη διείσδυση. Το δίκτυό της έχει φτάσει ήδη σε 1,88 εκατ. νοικοκυριά, εκ των οποίων πάνω από 1,1 εκατ. είναι διαθέσιμα για άμεση σύνδεση. Ωστόσο και η Vodafone δεν μπαίνει στο σχήμα από μηδενική βάση. Μέσω της Fiber2All, στην οποία συγκέντρωσε την υποδομή οπτικών ινών, ξεκίνησε το 2023 από περίπου 250.000 γραμμές FTTH και 450.000 γραμμές FTTC (Fiber To The Cabinet), πέρασε πάνω από τις 300.000 FTTH και πλέον διαθέτει ένα ιδιόκτητο δίκτυο που ξεπερνά τα 550.000 σπίτια και επιχειρήσεις. Δηλαδή, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, σε ένα θεωρητικό κοινό δίκτυο, η θυγατρική της Vodafone θα συνείσφερε με 22,5% και η αντίστοιχη της ΔΕΗ με το υπόλοιπο 77,5%.
Η ραγδαία αύξηση της κάλυψης πρέπει να οδηγήσει σε ενεργές συνδέσεις
H πιθανή υλοποίηση της κοινής εταιρείας έχει στρατηγική σημασία γιατί το FTTH δεν είναι φθηνή εμπορική επέκταση. Είναι ένα επενδυτικό μοντέλο υψηλής έντασης κεφαλαίου, με μεγάλο κόστος ανάπτυξης, τεχνικές εργασίες, αδειοδοτήσεις, έργα πεδίου και ανάγκη για γρήγορη εμπορική αξιοποίηση, ιδιαίτερα όσο οι επιδοτήσεις στο Fiber φθίνουν. Όσο περισσότερα σπίτια περνά ένα δίκτυο, τόσο μεγαλύτερη γίνεται και η ανάγκη να γεμίσει με πραγματικές συνδέσεις, ώστε η επένδυση να αποκτήσει απόδοση.
Εκεί βρίσκεται και το βασικό στοίχημα για τη Vodafone. Η εταιρεία δεν εγκαταλείπει το FTTH. Αντίθετα, επιλέγει να μοιραστεί το επόμενο, ακριβότερο στάδιο ανάπτυξης του δικτύου με έναν εταίρο που φέρνει πολύ μεγαλύτερη κλίμακα. Με αυτόν τον τρόπο, μεταφέρει την ανάπτυξη της υποδομής από ένα καθαρά ιδιόκτητο μοντέλο σε ένα σχήμα κοινής κλίμακας, όπου το κόστος, το ρίσκο και η ανάγκη αξιοποίησης του δικτύου επιμερίζονται.
Άλλωστε, η αξία μιας υποδομής οπτικών ινών δεν μετριέται μόνο από το πλήθος των γραμμών, αλλά και από τις συνδέσεις που ενεργοποιούνται και στα έσοδα που μπορεί να παράγει. Αν η κοινή εταιρεία καταφέρει να αυξήσει την πραγματική διείσδυση, να δώσει πρόσβαση σε περισσότερους παρόχους και να επιταχύνει την εμπορική αξιοποίηση του δικτύου, τότε η συμφωνία δεν θα είναι απλώς μια συνένωση υποδομών, αλλά ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης για την αγορά FTTH. Η σύμπραξη ΔΕΗ – Vodafone θα μπορεί να βάλει τις βάσεις για σταθερή βάση εσόδων από την εμπορική διάθεση του δικτύου FTTH σε οποιονδήποτε ενδιαφέρεται να παρέχει λιανικές υπηρεσίες Fiber.
Αξίζει να χτίσει κάποιος την υποδομή ή να την νοικιάζει;
Η κίνηση δείχνει και τα όρια της αυτόνομης ανάπτυξης σε μια αγορά που χρειάζεται επειγόντως ταχύτητα. Για έναν τηλεπικοινωνιακό πάροχο, η ύπαρξη ιδιόκτητου δικτύου δίνει έλεγχο και στρατηγικό βάθος. Όμως, όταν η αγορά μπαίνει στη φάση μαζικής μετάβασης από τον χαλκό στην οπτική ίνα, το κρίσιμο δεν είναι μόνο ποιος έχει δίκτυο, αλλά ποιος μπορεί να το μεγαλώσει, να το αξιοποιήσει και να το διαθέσει σε περισσότερους παίκτες με εμπορικά βιώσιμους όρους.
Το επόμενο ερώτημα είναι τι σημαίνει αυτή η κίνηση για την αγορά. Αν το νέο σχήμα λειτουργήσει πράγματι ως ουδέτερος πάροχος, τότε μπορεί να δώσει πρόσβαση σε δίκτυο οπτικών ινών όχι μόνο στους δύο μετόχους, αλλά και σε άλλους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους. Αυτό μεταφέρει το κέντρο βάρους από τη μάχη των πακέτων internet στη μάχη της υποδομής.
Η εξέλιξη αφορά άμεσα τις ισορροπίες με τον ΟΤΕ, ο οποίος διατηρεί ισχυρή θέση στις σταθερές υποδομές, αλλά και τη Nova και τους υπόλοιπους παρόχους που αναζητούν πρόσβαση σε δίκτυα νέας γενιάς. Η ύπαρξη ενός μεγάλου εναλλακτικού παίκτη στη χονδρική μπορεί να ενισχύσει τον ανταγωνισμό, υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι πρόσβασης θα είναι εμπορικά λειτουργικοί και η κάλυψη θα μετατρέπεται γρήγορα σε ενεργές συνδέσεις.
Για τον τελικό πελάτη, το όφελος δεν θα φανεί από την ίδια τη δημιουργία της εταιρείας, αλλά από το αν αυτή η υποδομή φέρει καλύτερες ταχύτητες, περισσότερες επιλογές και ισχυρότερο ανταγωνισμό στα εμπορικά πακέτα. Ο καταναλωτής δεν ενδιαφέρεται τόσο αν το δίκτυο περνά έξω από το σπίτι του. Θέλει να μπορεί να συνδεθεί εύκολα, γρήγορα, σε ανταγωνιστική τιμή και χωρίς τις παθογένειες που συνόδευαν επί δεκαετίες τα δίκτυα χαλκού. Εκεί θα κριθεί αν η σύμπραξη ΔΕΗ και Vodafone θα μείνει μια συμφωνία υποδομών ή θα αλλάξει πραγματικά την εμπειρία της σταθερής σύνδεσης στην Ελλάδα.



