Την υπόθεση στα ολλανδικά δικαστήρια ανεβάζει πλέον ο πανευρωπαϊκός πόλεμος των ξενοδόχων με τη Booking, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από το θεσμικό μπρα-ντε-φερ στη δικαστική διεκδίκηση αποζημιώσεων για πρακτικές που, όπως έχει κριθεί, παραβίαζαν το ευρωπαϊκό δίκαιο ανταγωνισμού.
Η τελευταία ανακοίνωση της HOTREC, της πανευρωπαϊκής ένωσης επαγγελματιών της εστίασης και του τουρισμού, επιβεβαιώνει ότι η συλλογική αγωγή έχει επισήμως κατατεθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου του Άμστερνταμ, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο εξελίξεων με άμεσο ενδιαφέρον και για την ελληνική ξενοδοχειακή αγορά. Η προσφυγή βασίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Σεπτεμβρίου 2024, με την οποία κρίθηκε ότι οι ρήτρες ισοτιμίας τιμών που επέβαλε η Booking παραβίαζαν τους κανόνες ανταγωνισμού. Σύμφωνα με τη νομική επιχειρηματολογία, οι ρήτρες αυτές περιόριζαν τον ανταγωνισμό στις τιμές, υπονόμευαν τα απευθείας κανάλια πώλησης των ξενοδοχείων και, σε βάθος χρόνου, συνέβαλαν στη διατήρηση υψηλών προμηθειών. Στη συλλογική αγωγή συμμετέχουν χιλιάδες ξενοδοχεία από όλη την Ευρώπη, τα οποία εκπροσωπούνται από ανεξάρτητο ολλανδικό ίδρυμα, ενώ τη διαδικασία στηρίζουν η HOTREC και περισσότερες από 30 εθνικές ξενοδοχειακές ενώσεις. Όπως διευκρινίζεται, το συγκεκριμένο σκέλος αφορά την αποκατάσταση παρελθούσας ζημίας, με νέες επεκτάσεις της νομικής δράσης, που θα καλύπτουν ακόμη περισσότερα ξενοδοχεία, να προγραμματίζονται εντός του 2026.
Ιδιαίτερο βάρος σε αυτό τον αγώνα που ξεκίνησε η ευρωπαϊκή ξενοδοχεία έχει η ελληνική συμμετοχή. Περίπου 1.000 Έλληνες ξενοδόχοι έχουν ενταχθεί στην πρωτοβουλία, στο πλευρό συνολικά 15.000 συναδέλφων τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τον αριθμό γνωστοποίησε ο πρόεδρος του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος, Αλέξανδρος Βασιλικός, κατά τη 13η γενική συνέλευση του ΞΕΕ στο πλαίσιο της Xenia, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για συντονισμένη προσπάθεια να τεθεί φρένο σε πρακτικές που αλλοίωσαν την ισορροπία της αγοράς. Όπως σημείωσε, στόχος των ξενοδόχων είναι να ανακτηθεί ο έλεγχος του προϊόντος από εκείνους που επενδύουν και αναλαμβάνουν το κόστος λειτουργίας, σε ένα περιβάλλον όπου οι μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες αξιοποιούν τη δεσπόζουσα θέση τους. Δεν είναι τυχαίο ότι το ζήτημα της συμμόρφωσης των πλατφορμών με τον Κανονισμό για τις Ψηφιακές Αγορές (DMA) έχει τεθεί και σε ευρωπαϊκό πολιτικό επίπεδο, με τον Βασιλικό – υπό την ιδιότητά του και ως προέδρου της HOTREC – να το συζητά ακόμη και με την πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Για πρώτη φορά αναγνωρίστηκε ρητά ότι οι ρήτρες ισοτιμίας δεν είναι αναγκαίες για τη βιωσιμότητα των Online Travel Agents, δίνοντας στα ξενοδοχεία μεγαλύτερη ελευθερία στη διαμόρφωση τιμών και προσφορών. Πρόκειται για κρίσιμη εξέλιξη σε μια αγορά όπου η Booking εκτιμάται ότι συγκεντρώνει πάνω από το 70% των online κρατήσεων, καθιστώντας τη σχέση ξενοδόχων – πλατφόρμας δομικά άνιση.
Στην Ελλάδα, η υπόθεση έχει και εσωτερικές προεκτάσεις. Φέτος, συμπληρώνεται το πέμπτο έτος αναμονής για την καταγγελία του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου στην Επιτροπή Ανταγωνισμού σχετικά με τις πρακτικές των ψηφιακών πλατφορμών, γεγονός που αναδεικνύει τις χρονικές υστερήσεις της εγχώριας εποπτείας. Την ίδια στιγμή, η Booking δραστηριοποιείται στην ελληνική αγορά από το 2008, όταν άνοιξε το 20ό της γραφείο διεθνώς, σε μια περίοδο που συνεργαζόταν με μόλις 1.400 ξενοδοχεία σε Ελλάδα και Κύπρο. Έκτοτε, η σχέση εξελίχθηκε σε σχέση εξάρτησης. Παρότι οι ρήτρες rate parity καταργήθηκαν έπειτα από παρεμβάσεις των αρχών ανταγωνισμού, μια εξέλιξη που οι ξενοδόχοι χαρακτηρίζουν «πύρρειο νίκη», καθώς το κόστος συνεργασίας παραμένει υψηλό. Η βασική προμήθεια της Booking κινείται στο 15%, ενώ μπορεί να φτάσει το 25% ή ακόμη και το 30% όταν προστίθενται υπηρεσίες προβολής και προώθησης, ανάλογα με τη σύμβαση.
Το διακύβευμα, όπως το περιγράφει ο κλάδος, υπερβαίνει τη συγκεκριμένη αγωγή και αφορά το μοντέλο λειτουργίας της ψηφιακής αγοράς του τουρισμού και τη θέση των μικρομεσαίων ξενοδοχειακών επιχειρήσεων σε αυτήν. Η αγορά θεωρεί ότι η δικαστική σύγκρουση με τη Booking είναι η πρώτη προσπάθεια να ξαναγραφτούν οι κανόνες, με τους επόμενους μήνες στα ολλανδικά δικαστήρια θα δείξουν αν αυτή η προσπάθεια μπορεί να μεταφραστεί και σε οικονομική δικαίωση.



