Φανταστείτε: Σας κατάσχουν το αυτοκίνητο, σας απαγορεύουν να το οδηγήσετε, αποθηκεύουν τα κλειδιά σε θυρίδα που ελέγχουν άλλοι – και μήνες αργότερα, σας τιμωρούν επειδή δεν το πήγατε για έλεγχο.
Παράλογο;
Κι όμως, αυτή είναι η σκληρή ελληνική πραγματικότητα όπου η πτωχευτική απαλλοτρίωση συγκρούεται με τη Φορολογική Διοίκηση. Αφορά δε, διαχρονικά τους Έλληνες επιχειρηματίες, οι οποίοι καλούνται να προστατεύσουν την περιουσία που διαχειρίζονται, τη δική τους περιουσία ή και την προσωπική τους ελευθερία ακόμα, παλεύοντας με τις παραδοξότητες της ελληνικής πολιτείας.
Το περιγραφέν σήμερα case study είναι πραγματικό, βασίζεται δε, σε πραγματική υπόθεση και καταδεικνύει ότι για την προσήκουσα αντιμετώπιση τέτοιων κρίσεων απαιτείται συνδυασμός υψηλής νομικής κατάρτισης αλλά και στρατηγικής θεώρησης της κατάστασης.

Το χρονικό του παραλόγου – Ένα πραγματικό σενάριο
Η εταιρεία “X” κηρύσσεται σε πτώχευση τον Ιανουάριο 2025. Από τη δημοσίευση της απόφασης (ΦΕΚ), επέρχεται αυτοδικαίως η πτωχευτική απαλλοτρίωση: Το Διοικητικό Συμβούλιο παύεται, η πρόσβαση σε λογαριασμούς, αρχεία και γραφεία απαγορεύεται. Όλα περνούν στον σύνδικο της πτώχευσης.
Μήνες αργότερα, η ΑΑΔΕ ξεκινά έλεγχο για φορολογικές εκκρεμότητες (με τη χρήση ψηφιακών εργαλείων). Ζητά λογιστικά βιβλία και στοιχεία μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Αρχικά δείχνει να μην έχει λάβει υπόψιν της ότι η εταιρεία έχει πτωχεύσει, με αποτέλεσμα να μην ενημερώνεται ο σύνδικος. Όταν πλέον αυτή η παράλειψη διευθετείται, η απόκριση της πτωχής εταιρείας είναι αργή διότι ο σύνδικος βρίσκεται στη διαδικασία της απογραφής και της αποτίμησής της. Η ΑΑΔΕ αγνοεί τις εκκλήσεις του για πίστωση χρόνου και προχωρά σε εξωλογιστικό προσδιορισμό, καταλογίζοντας φόρους εκατομμυρίων ευρώ. Δεσμεύει δε προληπτικά τόσο τα περιουσιακά στοιχεία της πτωχής εταιρείας όσο και τους προσωπικούς λογαριασμούς του πρώην CEO, αποδίδοντάς του μάλιστα έλλειψη συνεργασίας.
Πώς μπορεί όμως κάποιος να ευθύνεται για πράξεις που νομικά απαγορεύεται να διενεργήσει;
Οι ερωτήσεις που «καίνε» και οι στρατηγικές απαντήσεις
«Η εταιρεία πτώχευσε – γιατί κυνηγούν εμένα προσωπικά;»
Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, η ευθύνη των διοικούντων είναι αλληλέγγυα με εκείνη της εταιρείας. Για τη λήψη δε προληπτικών μέτρων που επεκτείνονται πέραν της εταιρικής περιουσίας ήτοι στην προσωπική περιουσία των διοικούντων, απαιτείται μεταξύ άλλων δόλος των τελευταίων.
Μπορεί όμως να στοιχειοθετηθεί δόλος των διοικούντων όταν η «φορολογική παράβαση» έλαβε χώρα μετά την πτώχευση της εταιρείας και άρα σε χρόνο που πλέον δεν ασκούσαν τυπική ή εν τοις πράγμασι διοίκηση;
Προφανώς και δεν στοιχειοθετείται κάτι τέτοιο, αλλά πιθανότατα πρόκειται και βαριά πλημμέλεια της Διοίκησης, την οποία πρέπει εσείς να καταδείξετε και να ανατρέψετε.
«Υπάρχει λόγος που δεσμεύουν τους προσωπικούς μου τραπεζικούς λογαριασμούς; Πώς θα επιβιώσω;;»
Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα διοικητικά μέτρα κατά της προσωπικής περιουσίας των διοικούντων της εταιρείας, έχουν μόνο προληπτικό και διασφαλιστικό χαρακτήρα, προκειμένου να μην υποστεί ζημιά το Δημόσιο. Έως του σημείου αυτού, κατανοητό. Ωστόσο, η περιουσία της πτωχής εταιρείας (όταν αυτή υφίσταται, όπως εν προκειμένω) είναι ήδη δεσμευμένη υπέρ των πιστωτών κατά την πτωχευτική νομοθεσία (άρα υπέρ και του Δημοσίου) και στα χέρια του συνδίκου που έχει να επιτελέσει συγκεκριμένο έργο. Περαιτέρω διασφάλιση δια της προσωπικής περιουσίας του διοικούντος το νομικό πρόσωπο, στο πρόσωπο του οποίου δεν ενυπάρχει το στοιχείο του δόλου για τους λόγους που αναφέραμε ήδη, αποτελεί όχι μόνο καταχρηστική αλλά και παράνομη ενέργεια από πλευράς Διοίκησης.

«Είναι ορθή η συμπεριφορά της Διοίκησης που επιμένει να επικοινωνεί με τον πρώην λογιστή της εταιρείας αντί του συνδίκου;»
Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική. Η Διοίκηση παρανομεί.
Η δέουσα συμπεριφορά του επιχειρηματία
Δεν είναι η αδράνεια και η παθητικότητα. Άμεσα πρέπει να καταδείξει τις πλημμέλειες και τις παρανομίες της Διοίκησης, ίδια δε όταν αυτές έχουν άμεσες συνέπειες στον ίδιο.
Ο τρόπος είναι σαφής. Όσο υπάρχει πραγματική και δικονομική δυνατότητα, προβάλλει εγγράφως τους ισχυρισμούς του στη Διοίκηση και ζητά την άμεση αποκατάστασή του. Στο πολύ πιθανό σενάριο που η τελευταία είτε παραλείψει να διευθετήσει την κατάσταση ή απορρίψει τους ισχυρισμούς του, άμεση πρέπει να είναι η προσφυγή στη Δικαιοσύνη καθώς τα επιχειρήματα υπάρχουν και η στρατηγική έχει εκπονηθεί.
Έτσι, δεν χάνει τα δικαιώματά του. Προστατεύει τη φήμη του, καταδεικνύοντας ότι ουδεμία ευθύνη φέρει, αντιθέτως ευθύνη φέρει η Διοίκηση. Δεν αφήνει περιθώρια στους τρίτους να ερμηνεύσουν την αδράνεια ή τη σιωπή του ως ενοχή.
Αντί συμπεράσματος
Η υπόθεση της ευθύνης διοικούντων μετά την πτώχευση είναι μια παρτίδα σκάκι με άνισους όρους. Το Κράτος έχει όλα τα πιόνια, αλλά εσείς μπορείτε να έχετε τη στρατηγική. Με σωστή προετοιμασία, ψυχραιμία, η «παγίδα» μπορεί να σπάσει.



