Η πρόθεση της Κομισιόν για τη δημιουργία μεγαλύτερων, ισχυρότερων και ενισχυμένων κεφαλαϊκά τραπεζών στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπογραμμίζεται από τις Βρυξέλλες, με «ορίζοντα» την καλύτερη τοποθέτηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων της ΕΕ έναντι των ανταγωνιστών τους στις ΗΠΑ.
Οι αλλαγές που προαναγγέλλει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και για τις ελληνικές τράπεζες, οι οποίες εισέρχονται στη νέα αυτή περίοδο έχοντας εξυγιάνει τους ισολογισμούς τους, ενισχύσει σημαντικά την κεφαλαιακή τους βάση και επανέλθει σε συνθήκες ισχυρής και διατηρήσιμης κερδοφορίας.
Σε ένα περισσότερο ενοποιημένο ευρωπαϊκό τραπεζικό περιβάλλον, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες θα μπορούσαν να αποκτήσουν μεγαλύτερη ευχέρεια
- στην αξιοποίηση των κεφαλαίων τους,
- στη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων και
- στη διεύρυνση των δραστηριοτήτων τους πέραν της ελληνικής αγοράς.
Υπενθυμίζεται πως η Eurobank διατηρεί τη μεγαλύτερη παρουσία στο εξωτερικό, κυρίως σε Κύπρο και Βουλγαρία, ενώ και η Alpha Bank, η Εθνική Τράπεζα και η Τράπεζα Πειραιώς έχουν αναπτύξει διεθνείς δραστηριότητες και συνεργασίες, διευρύνοντας σταδιακά το αποτύπωμά τους πέρα από την ελληνική αγορά.
Υπό αυτή την έννοια, η άρση εμποδίων στη διασυνοριακή λειτουργία των τραπεζικών ομίλων μπορεί να δημιουργήσει νέες δυνατότητες ανάπτυξης.
Το «κλειδί» των 230 δισ. ευρώ
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία του σχεδίου αφορά την αποτελεσματικότερη διαχείριση των κεφαλαίων και της ρευστότητας στο εσωτερικό των διασυνοριακών τραπεζικών ομίλων.
Σήμερα, οι ευρωπαϊκές τράπεζες υποχρεούνται να διατηρούν συγκεκριμένα επίπεδα κεφαλαίων και ρευστότητας τόσο σε ενοποιημένη βάση όσο και ξεχωριστά στις θυγατρικές τους σε κάθε κράτος-μέλος. Το μοντέλο αυτό έχει ως αποτέλεσμα σημαντικοί πόροι να παραμένουν δεσμευμένοι σε εθνικό επίπεδο και να μην μπορούν να αξιοποιηθούν κεντρικά από τον όμιλο.
Σύμφωνα με εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που περιλαμβάνεται στην έκθεση της Κομισιόν, η άρση των περιορισμών στη ρευστότητα που διατηρείται στις διασυνοριακές θυγατρικές θα μπορούσε να απελευθερώσει περίπου 230 δισ. ευρώ σε υψηλής ποιότητας ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία.
Το ποσό αυτό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων, νοικοκυριών και μεγάλων επενδυτικών έργων, ενισχύοντας παράλληλα την αποδοτικότητα των τραπεζικών ισολογισμών.
Λιγότερα εμπόδια στις εξαγορές
Η Κομισιόν αναγνωρίζει ότι το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα παραμένει κατακερματισμένο κατά μήκος των εθνικών συνόρων και ότι οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις έχουν περιοριστεί σημαντικά μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο διασυνοριακός εταιρικός δανεισμός αντιστοιχεί μόλις στο 16% του συνόλου των εταιρικών χορηγήσεων στην Ευρωζώνη, ενώ οι περισσότερες κινήσεις ενοποίησης των τελευταίων ετών πραγματοποιήθηκαν εντός των εθνικών αγορών.
Οι Βρυξέλλες στρέφονται και κατά των «αδικαιολόγητων» παρεμβάσεων εθνικών κυβερνήσεων σε τραπεζικές συγχωνεύσεις και εξαγορές, οι οποίες, σύμφωνα με την έκθεση, περιορίζουν τη δημιουργία ευρωπαϊκών ομίλων με επαρκές μέγεθος ώστε να ανταγωνιστούν τις μεγάλες τράπεζες των ΗΠΑ.
Η Επιτροπή προαναγγέλλει ότι θα χρησιμοποιεί πιο ενεργά τα διαθέσιμα εργαλεία επιβολής της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, όταν εθνικές παρεμβάσεις υπονομεύουν την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, την παροχή υπηρεσιών και την ελευθερία εγκατάστασης.
Η κατεύθυνση αυτή μπορεί να διευκολύνει τη δημιουργία μεγαλύτερων τραπεζικών σχημάτων και να ανοίξει τον δρόμο για περισσότερες διασυνοριακές συμφωνίες, στρατηγικές συνεργασίες και εξαγορές.
Απλούστεροι κεφαλαιακοί κανόνες
Παράλληλα, η Κομισιόν ανοίγει τη συζήτηση για την απλοποίηση του πλαισίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, χωρίς να θέτει σε αμφισβήτηση την ανθεκτικότητα που έχει αποκτήσει το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα μετά την κρίση.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι επικαλύψεις ανάμεσα στις μικροπροληπτικές, μακροπροληπτικές και εξυγιαντικές απαιτήσεις, καθώς και ο μεγάλος αριθμός αναφορών και γνωστοποιήσεων που υποχρεούνται να υποβάλλουν οι τράπεζες.
Η Επιτροπή εξετάζει επίσης προσαρμογές στην ευρωπαϊκή εφαρμογή των λεγόμενων output floors της Βασιλείας ΙΙΙ, οι οποίες μπορούν να επιβαρύνουν περισσότερο τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων χωρίς εξωτερική πιστοληπτική αξιολόγηση και ορισμένων στεγαστικών χαρτοφυλακίων.
Μια πιο αναλογική εφαρμογή των κανόνων θα μπορούσε να ευνοήσει ιδιαίτερα τις ελληνικές τράπεζες, λόγω του σημαντικού ρόλου που έχουν οι μικρομεσαίες και μη εισηγμένες επιχειρήσεις στα χαρτοφυλάκια χορηγήσεών τους.
Στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη η εποπτική αντιμετώπιση των επενδύσεων σε λογισμικό και ψηφιακές υποδομές.
Ενδεχόμενη ευνοϊκότερη μεταχείριση θα μπορούσε να περιορίσει την κεφαλαιακή επιβάρυνση των τραπεζών και να ενισχύσει τις επενδύσεις τους στην τεχνολογία, στην τεχνητή νοημοσύνη και στην κυβερνοασφάλεια.
Χρηματοδότηση άμυνας και υποδομών
Το σχέδιο αποτελεί βασικό πυλώνα της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, μέσω της οποίας η Ευρώπη επιχειρεί να κατευθύνει περισσότερα ιδιωτικά κεφάλαια προς παραγωγικές επενδύσεις.
Οι τράπεζες καλούνται να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στη χρηματοδότηση της άμυνας, των υποδομών, της πράσινης μετάβασης, της τεχνητής νοημοσύνης και της τεχνολογικής αυτονομίας της Ευρώπης. Η Κομισιόν επισημαίνει ότι οι ανάγκες που έχει καταγράψει η έκθεση Ντράγκι φτάνουν το 1,2 τρισ. ευρώ ετησίως.
Η προσπάθεια αυτή αφορά άμεσα και την Ελλάδα, λόγω των αυξημένων αναγκών για επενδύσεις σε ενέργεια, ψηφιακές υποδομές, μεταφορές και αμυντική βιομηχανία.
Οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να διεκδικήσουν μεγαλύτερο ρόλο στη χρηματοδότηση αυτών των έργων, αξιοποιώντας και τη σταδιακή μετάβαση από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης σε περισσότερο ιδιωτικά και τραπεζικά χρηματοδοτικά σχήματα.
Οι προτάσεις το πρώτο τρίμηνο του 2027
Παρά τη θετική κατεύθυνση, οι αλλαγές δεν πρόκειται να έχουν άμεση εφαρμογή. Η ανακοίνωση της Κομισιόν λειτουργεί ως οδικός χάρτης, ενώ το ολοκληρωμένο νομοθετικό πακέτο αναμένεται να παρουσιαστεί το πρώτο τρίμηνο του 2027.
Στη συνέχεια θα ακολουθήσει η ευρωπαϊκή νομοθετική διαδικασία και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Επιτροπής, Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, οι οποίες μπορεί να διαρκέσουν έναν χρόνο ή και περισσότερο.
Αναλυτές (όπως τις Morgan Stanley) χαρακτηρίζουν θετική την κατεύθυνση των προτάσεων, αλλά εκτιμούν ότι είναι ακόμη νωρίς για να ενσωματωθούν πιθανά οφέλη στις αποτιμήσεις των ευρωπαϊκών και των ελληνικών τραπεζών.
Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τις λεπτομέρειες του πακέτου του 2027 και από το κατά πόσο οι γενικές κατευθύνσεις θα μετατραπούν σε ουσιαστικές αλλαγές στους κεφαλαιακούς κανόνες και στη λειτουργία της ενιαίας τραπεζικής αγοράς.



