Στοκχόλμη, 2005. Σε έναν φοιτητικό διαγωνισμό επιχειρηματικότητας, με κριτική επιτροπή από κορυφαία ονόματα του σουηδικού επιχειρηματικού κόσμου και τον ίδιο τον βασιλιά της Σουηδίας ανάμεσα στο κοινό, τρεις φοιτητές της Σχολής Οικονομικών ανεβαίνουν στη σκηνή. Η ιδέα που παρουσιάζουν μοιάζει αφελής για τα δεδομένα της εποχής: να μπορεί κανείς να ψωνίζει online και να πληρώνει μόνο αφού κρατήσει το προϊόν στα χέρια του.
Οι κριτές δεν πείθονται και η πρόταση βγαίνει τελευταία στον διαγωνισμό. Οι τρεις δεν πτοούνται, και δύο δεκαετίες αργότερα η εταιρεία που έχτισαν πάνω σε εκείνη την ιδέα, η Klarna, μετρά πάνω από 120 εκατομμύρια χρήστες σε όλο τον κόσμο.
Η δύσκολη αφετηρία
Πίσω από την ιδέα βρισκόταν ένας 23χρονος που ελάχιστα θύμιζε μελλοντικό δισεκατομμυριούχο. Ο Σεμπάστιαν Σιεμιατκόφσκι (Sebastian Siemiatkowski), γιος Πολωνών μεταναστών, ζούσε τότε με επιδόματα και κουπόνια σίτισης, και είχε γνωρίσει έναν από τους συνιδρυτές του πίσω από τον πάγκο ενός Burger King.
Το βράδυ δούλευε στην γνωστή αλυσίδα fast food και την ημέρα εργαζόταν ως πωλητής σε μια εταιρεία που έδινε μετρητά σε μικρές επιχειρήσεις, προεξοφλώντας τα απλήρωτα τιμολόγιά τους. Η δουλειά αυτή τον έφερε αντιμέτωπο με ένα πάγιο πρόβλημα του εμπορίου, την καθυστέρηση στις πληρωμές. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα ενός μεσάζοντα που θα πλήρωνε τον πωλητή αμέσως και θα εισέπραττε από τον καταναλωτή μετά την παράδοση.
Η εταιρεία ξεκίνησε με το όνομα Kreditor και μετονομάστηκε σε Klarna το 2009. Το πρώτο καθοριστικό «ναι» ήρθε από τη Σουηδή επενδύτρια Τζέιν Βάλερουντ (Jane Walerud). Το 2004 έβαλε 600.000 σουηδικές κορόνες, περίπου 65.000 ευρώ με τις τότε ισοτιμίες, και έφερε στους ιδρυτές την πρώτη ομάδα προγραμματιστών, η οποία δέχτηκε να πληρωθεί με μετοχές αντί για μισθό. Η πρώτη πραγματική συναλλαγή έγινε στις 10 Απριλίου 2005, σε ένα σουηδικό βιβλιοπωλείο, όταν η εταιρεία λειτουργούσε ακόμη ως Kreditor.
Η άνοδος στην κορυφή των fintech
Το 2005 οι online αγορές παρέμεναν επισφαλείς για τον καταναλωτή, γεμάτες άγνωστα καταστήματα και φόβο για απάτη. Η υπόσχεση της Klarna – πρώτα το προϊόν στα χέρια σου και μετά η πληρωμή- βοηθούσε να ξεπεραστεί ακριβώς αυτή η ανασφάλεια.
Τα πρώτα χρόνια η ανάπτυξη ήρθε από τη Σκανδιναβία. Μέχρι το 2010 η Klarna είχε επεκταθεί σε Νορβηγία, Φινλανδία, Δανία, Γερμανία και Ολλανδία, και την ίδια χρονιά προσέλκυσε επένδυση από τη Sequoia Capital, ένα από τα ισχυρότερα ονόματα της Silicon Valley.
Η εξαγορά της γερμανικής SOFORT το 2013 άνοιξε τη γερμανόφωνη αγορά, και δύο χρόνια αργότερα η Klarna πάτησε πόδι στις ΗΠΑ, τη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου. Ήταν τα χρόνια που οι επενδυτές κυνηγούσαν κάθε fintech με ανάπτυξη και τα κεφάλαια έβρισκαν εύκολα δρόμο. Μέσα σε αυτό το κλίμα, η αποτίμηση της εταιρείας εκτινάχθηκε το 2021 σε περίπου 38,5 δισ. ευρώ, φέρνοντάς την στην κορυφή των ευρωπαϊκών fintech.
Η πτώση της αποτίμησης
Το 2022 το σκηνικό αντιστράφηκε. Τα αυξανόμενα επιτόκια, ο πληθωρισμός και ο εντεινόμενος ρυθμιστικός έλεγχος υπονόμευσαν το μοντέλο της ανάπτυξης.
Μέσα σε έναν μόνο χρόνο η αποτίμηση συρρικνώθηκε σε περίπου 6,4 δισ. ευρώ, καταγράφοντας απώλεια της τάξης του 85%. Η εταιρεία που ήταν η κορυφή της Ευρώπης βρέθηκε να υπερασπίζεται την αξιοπιστία της. Η διοίκηση προχώρησε σε αναδιάρθρωση, με περικοπές κόστους, αυστηροποίηση των κριτηρίων δανεισμού και μείωση προσωπικού. Η πειθαρχία απέδωσε, καθώς το 2024 η Klarnaκατέγραψε το πρώτο ετήσιο καθαρό κέρδος στην ιστορία της.
Η επιστροφή μέσω Wall Street
Το comeback επιβεβαιώθηκε στη Wall Street. Τον Σεπτέμβριο του 2025 η Klarna εισήχθη στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης με το σύμβολο KLAR. Η μετοχή βγήκε στα 34 ευρώ, αποτιμώντας την εταιρεία περίπου στα 13 δισ. ευρώ, και έκλεισε αισθητά υψηλότερα ήδη από την πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης. Αντλώντας περίπου 1,2 δισ. ευρώ, ήταν το μεγαλύτερο IPO της χρονιάς!
Τα νούμερα που ακολούθησαν επιβεβαίωσαν τη μεταστροφή. Στο δεύτερο τρίμηνο του 2026 η Klarnaεμφάνισε έσοδα περίπου 900 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 27%, και επέστρεψε σε καθαρή κερδοφορία περίπου 8 εκατ. ευρώ, από ζημιές έναν χρόνο νωρίτερα. Για το σύνολο του 2025 τα έσοδα διαμορφώθηκαν περίπου στα 3,1 δισ. ευρώ.
Το πείραμα με την τεχνητή νοημοσύνη
Την ίδια περίοδο, η Klarna έδωσε και μια δεύτερη, πιο αμφιλεγόμενη μάχη. Έγινε το πιο πολυσυζητημένο παράδειγμα αντικατάστασης εργαζομένων από τεχνητή νοημοσύνη. Τον Φεβρουάριο του 2024 ανακοίνωσε ότι ένα σύστημα βασισμένο σε τεχνολογία της OpenAI έκανε τη δουλειά περίπου 700 εκπροσώπων εξυπηρέτησης, χειριζόμενο τα δύο τρίτα των συνομιλιών μέσα στον πρώτο μήνα και μειώνοντας τον χρόνο επίλυσης από τα 11 λεπτά σε λιγότερο από 2.
Ο ενθουσιασμός κράτησε λίγο. Η στροφή ήρθε τον Μάιο του 2025, όταν, μετά από παράπονα πελατών για γενικόλογες και απρόσωπες απαντήσεις, ο Σιεμιατκόφσκι παραδέχθηκε δημόσια ότι η εταιρεία είχε δώσει υπερβολικό βάρος στην περικοπή κόστους. Ξεκίνησε να επαναφέρει προσωπικό, με τη δέσμευση ότι ο πελάτης θα μπορεί πάντα να μιλήσει με άνθρωπο. Η υπόθεση έμεινε ως σημείο αναφοράς για τα όρια της αυτοματοποίησης στην εξυπηρέτηση.
Η παρουσία στην Ελλάδα
Η ελληνική αγορά μπήκε νωρίς στον χάρτη της εταιρείας. Η Klarna λειτουργεί επίσημα στη χώρα μας από τον Σεπτέμβριο του 2022, με την υπηρεσία πληρωμής σε τρεις άτοκες δόσεις. Συνεργάζεται με ελληνικές αλυσίδες λιανικής, μεταξύ των οποίων ο όμιλος Public, και είναι πλέον διαθέσιμη σε πλήθος ελληνικών ηλεκτρονικών καταστημάτων.
Το στοίχημα της κερδοφορίας
Είκοσι χρόνια μετά την απόρριψη στη Στοκχόλμη, η Klarna έχει κερδίσει τη θέση της. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο μπορεί να κρατήσει την κερδοφορία της σε ένα όλο και πιο απαιτητικό περιβάλλον. Η ίδια μείωσε πρόσφατα τις προβλέψεις της για τον όγκο συναλλαγών του 2026, επικαλούμενη συναλλαγματικές πιέσεις και ασθενέστερη κατανάλωση στη Γερμανία, τη μεγαλύτερη αγορά της.
Καθώς ο ανταγωνισμός στις υπηρεσίες «αγόρασε τώρα, πλήρωσε αργότερα» εντείνεται και οι ρυθμιστικές αρχές παρακολουθούν στενά τον δανεισμό των νεότερων καταναλωτών, το επόμενο κεφάλαιο θα κριθεί στην ποιότητα του χαρτοφυλακίου και όχι απλώς στον ρυθμό επέκτασης.



