Το στεγαστικό ζήτημα έχει μετατραπεί σε έναν από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες πίεσης για τα ελληνικά νοικοκυριά, επηρεάζοντας όχι μόνο την ποιότητα ζωής αλλά και τη συνολική οικονομική τους αντοχή. Η κατοικία, που επί δεκαετίες λειτουργούσε ως πυλώνας σταθερότητας και κοινωνικής ασφάλειας, εξελίσσεται σταδιακά σε βασικό στοιχείο αβεβαιότητας, καθώς το κόστος στέγασης αυξάνεται με ρυθμούς σαφώς ταχύτερους από τα εισοδήματα και απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος των οικογενειακών πόρων.
Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία του 2024 είναι ενδεικτική του μεγέθους του προβλήματος. Σύμφωνα με την ενδιάμεση έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την οικονομία και την απασχόληση, η στέγαση απορροφούσε κατά μέσο όρο το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη ότι τα ελληνικά εισοδήματα παραμένουν αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η πίεση αυτή δεν αφορά μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά αποτυπώνεται πλέον σε ευρεία κλίμακα, διαμορφώνοντας μια γενικευμένη συνθήκη οικονομικού περιορισμού για μεγάλο μέρος του πληθυσμού.
Η γεωγραφική κατανομή του στεγαστικού προβλήματος δείχνει ότι η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στα μεγάλα αστικά κέντρα ούτε αφορά αποκλειστικά περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα. Το 2024, τα υψηλότερα ποσοστά νοικοκυριών με υπερβολική στεγαστική επιβάρυνση καταγράφηκαν στην Κεντρική Μακεδονία, όπου το ποσοστό ανήλθε στο 35,7%, στην Πελοπόννησο με 33,1%, στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη με 31,9%, στο Βόρειο Αιγαίο με 31,7% και στη Δυτική Ελλάδα με 31,5%. Στις περιφέρειες αυτές, αυξημένο ποσοστό νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για τη στέγη, όριο που θεωρείται διεθνώς ενδεικτικό υπερβολικής οικονομικής επιβάρυνσης.
Στον αντίποδα, χαμηλότερα, αν και όχι αμελητέα, ποσοστά καταγράφονται στην Κρήτη, όπου η υπερβολική επιβάρυνση διαμορφώθηκε στο 20,4%, και στο Νότιο Αιγαίο με 23,5%. Ακολουθούν η Ήπειρος με 24,6%, η Αττική με 26,5% και τα Ιόνια Νησιά με 26,9%. Ακόμη και σε αυτές τις περιοχές, ωστόσο, η επιβάρυνση παραμένει υψηλή σε σύγκριση με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Αξιοσημείωτο είναι ότι οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας εμφάνισαν το 2024 υψηλότερα ποσοστά υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης σε σχέση με το 2021, στοιχείο που δείχνει ότι το πρόβλημα αποκτά διαρθρωτικά και όχι συγκυριακά χαρακτηριστικά.
Πίσω από τους περιφερειακούς δείκτες αποτυπώνεται η καθημερινή πίεση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά εμφανίζονται ως οι πιο ευάλωτοι κρίκοι, καθώς το 2024 δαπανούσαν κατά μέσο όρο το 51,1% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, γεγονός που αφήνει ελάχιστο περιθώριο για την κάλυψη άλλων βασικών αναγκών. Αντίστοιχα, ακόμη και τα τετραμελή νοικοκυριά με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά διέθεταν το 34,8% του εισοδήματός τους για κατοικία, περιορίζοντας αισθητά τη δυνατότητα κατανάλωσης, αποταμίευσης ή αντιμετώπισης έκτακτων δαπανών.
Το 2024, το 37,4% των ενοικιαστών στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το στεγαστικό κόστος ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος, ποσοστό από τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επιβάρυνση αυτή, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στην αγορά ενοικίων. Ακόμη και μεταξύ όσων διαμένουν σε ιδιόκτητη κατοικία χωρίς εκκρεμές δάνειο ή υποθήκη, το 25,7% βρισκόταν σε συνθήκες υπερβολικού στεγαστικού κόστους. Το στοιχείο αυτό δεν συνδέεται με πληρωμές ενοικίου ή δόσεων, αλλά με το συνολικό κόστος διαβίωσης στην κατοικία – ενέργεια, κοινόχρηστα, συντήρηση και φόρους – το οποίο, σε συνθήκες χαμηλών εισοδημάτων, απορροφά δυσανάλογο μέρος των οικονομικών δυνατοτήτων των νοικοκυριών.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν το στεγαστικό κόστος εξεταστεί με καθαρά εισοδηματικούς όρους. Στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, το 88,6% των πολιτών βρισκόταν το 2024 σε συνθήκες υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης, έναντι 27,8% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στον αντίποδα, στα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, το αντίστοιχο ποσοστό περιοριζόταν μόλις στο 1,4%, αποτυπώνοντας ένα στεγαστικό χάσμα που δεν αφορά μόνο την κατοικία, αλλά επηρεάζει άμεσα την κοινωνική κινητικότητα και την αναπαραγωγή των ανισοτήτων.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, το στεγαστικό πρόβλημα δεν αποτελεί μόνο κοινωνικό ζήτημα, αλλά και δυνητική πηγή ευρύτερης οικονομικής αστάθειας. Όταν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού λειτουργούν μόνιμα κοντά στο οικονομικό τους όριο, η ανθεκτικότητα της οικονομίας μειώνεται και οι δυνατότητες βιώσιμης ανάπτυξης περιορίζονται.



