Η ελληνική αγορά πολυτελών ειδών παρουσιάζει την τελευταία διετία χαρακτηριστικά που την απομακρύνουν αισθητά από την εικόνα που είχε διαμορφωθεί την προηγούμενη δεκαετία. Η λειτουργία της εξελίσσεται σε ένα πιο σύνθετο επιχειρηματικό περιβάλλον, στο οποίο οι διεθνείς οίκοι καταγράφουν σταθερά υψηλές αποδόσεις, πέρα από τη συγκυριακή επίδραση της τουριστικής ζήτησης.
Τα οικονομικά αποτελέσματα των ελληνικών θυγατρικών, σε αρκετές περιπτώσεις, εμφανίζουν επιδόσεις αντίστοιχες με εκείνες ώριμων ευρωπαϊκών αγορών. Τα στοιχεία της χρήσης 2024, σε συνδυασμό με τις ενδείξεις του 2025, ενισχύουν την εκτίμηση ότι η Ελλάδα έχει αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στο ultra luxury segment.
Στον κλάδο της ωρολογοποιίας, η Rolex Ελλάς συγκαταλέγεται στους πιο σταθερούς παίκτες της εγχώριας αγοράς. Η ελληνική εταιρεία, που λειτουργεί ως αποκλειστικός εισαγωγέας των ρολογιών Rolex και Tudor, κατέγραψε το 2024 κύκλο εργασιών 79,96 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 7,9% σε σύγκριση με το 2023. Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 7,71 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 15,7%. Με μηδενικό τραπεζικό δανεισμό, η εταιρεία πρότεινε διανομή μερίσματος ύψους περίπου 7 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας την ικανότητα της ελληνικής αγοράς να παράγει υψηλή κερδοφορία για τον ελβετικό όμιλο. Το κλείσιμο του ιστορικού καταστήματος στην Πλατεία Κολοκοτρώνη τον Απρίλιο του 2025 εντάσσεται σε μια στρατηγική αναδιάταξης παρουσίας, με έμφαση σε σημεία μεγαλύτερης αποδοτικότητας.
Διαφορετική, αλλά εξίσου ενδεικτική των εξελίξεων, είναι η περίπτωση της Prada Hellas, η οποία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεταβολής που συντελείται στη βάση των luxury καταναλωτών. Η εταιρεία κατέγραψε το 2024 κύκλο εργασιών 15,79 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 34,6% σε ετήσια βάση, ενώ τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 454.959 ευρώ. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η ενίσχυση της λειτουργικής κερδοφορίας, με το EBITDA να ανέρχεται στις 774.625 ευρώ, σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με το 2023. Η παρουσία της Miu Miu, το κατάστημα της Prada στη Βουκουρεστίου και η επένδυση στο ακίνητο της οδού Βουκουρεστίου 17 συνθέτουν ένα αποτύπωμα μακροπρόθεσμης τοποθέτησης στην ελληνική αγορά. Παράλληλα, η μεταβολή στη γεωγραφική σύνθεση της ζήτησης, με διαφοροποίηση των βασικών αγορών προέλευσης, αναδεικνύει την προσαρμοστικότητα του μοντέλου λειτουργίας.
Στον χώρο της μόδας, η Dior έχει καταφέρει να μεταφράσει τη ζήτηση σε σταθερά επιχειρηματικά μεγέθη. Η Dior Grece κατέγραψε το 2024 κύκλο εργασιών 38,35 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 19% σε σχέση με την προηγούμενη χρήση, ενώ τα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 8,41 εκατ. ευρώ. Τα ίδια κεφάλαια ενισχύθηκαν περαιτέρω, φτάνοντας τα 10,06 εκατ. ευρώ. Το άνοιγμα της boutique στην Astir Marina τον Μάιο του 2024 και η ενίσχυση του δικτύου σε Αθήνα και Μύκονο λειτούργησαν υποστηρικτικά στη συνολική επίδοση. Σε επίπεδο ομίλου, μέσω της Dior Grece και της Parfums Christian Dior Hellas, οι συνολικές πωλήσεις στην Ελλάδα ανήλθαν σε 62,8 εκατ. ευρώ.
Πιο περιορισμένη σε κλίμακα, αλλά με έντονα χαρακτηριστικά ultra luxury, παραμένει η παρουσία της Hermès στην ελληνική αγορά. Η Hermès Greece, με ένα μόνο κατάστημα στο κέντρο της Αθήνας, κατέγραψε το 2024 κύκλο εργασιών 22,35 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 27,56%, ενώ τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 3,98 εκατ. ευρώ. Η εταιρεία προτείνει διανομή μερίσματος ύψους 3,85 εκατ. ευρώ, ενώ την περίοδο 2020–2024 έχει διανείμει στους μετόχους συνολικά 11,8 εκατ. ευρώ. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η ελληνική αγορά μπορεί να στηρίξει ακόμη και ιδιαίτερα ελεγχόμενα και επιλεκτικά μοντέλα ανάπτυξης.
Αντίστοιχα ισχυρή εμφανίζεται και η δραστηριότητα της Chanel στην Ελλάδα μέσω της Linea Piu. Η εταιρεία κατέγραψε το 2024 κύκλο εργασιών 38,9 εκατ. ευρώ, με άνοδο σχεδόν 40% σε σχέση με το 2023. Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 11,2 εκατ. ευρώ, με καθαρό περιθώριο 37,2%, από τα υψηλότερα στον κλάδο. Η μεταφορά των βασικών δραστηριοτήτων στη Βουκουρεστίου και η παρουσία στο Nammos Village στη Μύκονο ενίσχυσαν την αποδοτικότητα του δικτύου, ενώ το προτεινόμενο μέρισμα των 9,1 εκατ. ευρώ συνδέεται με τη συνολική εικόνα της χρήσης.
Τέλος, η Louis Vuitton Ελλάς επιβεβαιώνει τη θέση της χώρας ως ιδιαίτερα αποδοτικής αγοράς για τον όμιλο LVMH. Η ελληνική θυγατρική κατέγραψε το 2024 κύκλο εργασιών 77,81 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 20% σε σχέση με το 2023, ενώ τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 17,61 εκατ. ευρώ. Οι διανομές και τα προμερίσματα που εγκρίθηκαν για τις χρήσεις 2023 και 2024 αντανακλούν την έντονη κερδοφορία, ενώ το δίκτυο καταστημάτων σε Αθήνα, Μύκονο και Βουλιαγμένη λειτουργεί ως σταθερή βάση εσόδων.
Συνολικά, τα οικονομικά στοιχεία δείχνουν ότι η ελληνική αγορά πολυτελών ειδών έχει αποκτήσει μεγαλύτερη συνοχή και σταθερότητα. Δεν περιορίζεται σε περιστασιακή κατανάλωση, αλλά λειτουργεί ως αγορά που μπορεί να υποστηρίξει διαφορετικές στρατηγικές ανάπτυξης και σταθερά επίπεδα κερδοφορίας για τους διεθνείς οίκους. Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, η Ελλάδα διατηρεί τον χαρακτήρα μιας μικρής, αλλά αποδοτικής αγοράς.



