Η ελληνική εστίαση βρέθηκε τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στους κλάδους που ανέκαμψαν ταχύτερα μετά την πανδημία. Η επιστροφή της τουριστικής δραστηριότητας, η επανεκκίνηση της κατανάλωσης και η σταδιακή ομαλοποίηση της οικονομικής ζωής οδήγησαν τον κύκλο εργασιών σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Ωστόσο, τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η αγορά οδεύει σε μια διαφορετική φάση. Η ανάπτυξη επιβραδύνεται, ο ετήσιος κύκλος εργασιών υποχωρεί για πρώτη φορά μετά το 2020 και οι επιχειρήσεις καλούνται να λειτουργήσουν σε ένα περιβάλλον όπου η αύξηση του τουρισμού δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε υψηλότερα έσοδα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων εστίασης διαμορφώθηκε το 2025 στα 10,74 δισ. ευρώ, έναντι 11,12 δισ. ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας μείωση 3,4%. Πρόκειται για την πρώτη ετήσια υποχώρηση από την περίοδο της πανδημίας. Η τάση συνεχίστηκε και στις αρχές του 2026, καθώς το πρώτο τρίμηνο ο τζίρος μειώθηκε κατά 1,9% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η αγορά κινείται με πιο συγκρατημένους ρυθμούς, μετά την έντονη ανάκαμψη που ακολούθησε την πανδημία.
Μια ματιά στην πορεία του κλάδου τα τελευταία χρόνια δείχνει πώς διαμορφώθηκε η σημερινή εικόνα της αγοράς. Το 2019, πριν από την πανδημία, ο κύκλος εργασιών της εστίασης ανερχόταν σε περίπου 6,2 δισ. ευρώ. Το 2020 περιορίστηκε στα 4,4 δισ. ευρώ, καθώς τα περιοριστικά μέτρα επηρέασαν καθοριστικά τη λειτουργία της αγοράς. Από το 2021 και μετά καταγράφηκε ισχυρή ανάκαμψη, με τον τζίρο να υπερβαίνει τα 11 δισ. ευρώ το 2024. Στην πορεία αυτή συνέβαλαν η επιστροφή της κατανάλωσης και του τουρισμού, η ευρύτερη χρήση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, μέσω των οποίων καταγράφεται μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων, καθώς και η άνοδος των τιμών, η οποία αύξησε την αξία του κύκλου εργασιών.
Παρά τη μικρή υποχώρηση του κύκλου εργασιών της εστίασης, η συνολική πορεία του τουρισμού παραμένει θετική. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 9,4% το 2025 και διαμορφώθηκαν στα 23,63 δισ. ευρώ, ενώ η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση ενισχύθηκε κατά 6,4%. Η μέση δαπάνη ανά διανυκτέρευση αυξήθηκε κατά 7,7%, φθάνοντας τα 96,6 ευρώ, γεγονός που υποδηλώνει ενίσχυση της δαπάνης για κάθε διανυκτέρευση.
Η θετική αυτή πορεία συνεχίστηκε και στις αρχές του 2026. Στο πρώτο τετράμηνο, οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 36,9%, ενώ η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση ενισχύθηκε κατά 27,1% σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, επιβεβαιώνοντας ότι η ζήτηση για την Ελλάδα παραμένει ισχυρή.
Ωστόσο, η ισχυρή τουριστική επίδοση από μόνη της δεν αρκεί για να στηρίξει την ανάπτυξη της εστίασης. Η αύξηση του κόστους ζωής έχει περιορίσει τη διάθεση των νοικοκυριών για κατανάλωση εκτός σπιτιού, ενώ ο εντονότερος ανταγωνισμός διαχέει τον κύκλο εργασιών σε μεγαλύτερο αριθμό επιχειρήσεων.
Ταυτόχρονα, η αγορά της εστίασης λειτουργεί με διαφορετικούς όρους. Η εξάπλωση των υπηρεσιών take away και delivery, η ανάπτυξη της αγοράς έτοιμου φαγητού και η αυξημένη χρήση καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης με πλήρως εξοπλισμένες κουζίνες έχουν διευρύνει τις επιλογές των καταναλωτών και εντείνει τον ανταγωνισμό για κάθε ευρώ που δαπανάται στην κατανάλωση εκτός σπιτιού.
Ο τουρισμός εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα για την εστίαση, στηρίζοντας σημαντικό μέρος της ζήτησης, ιδιαίτερα στους δημοφιλείς προορισμούς. Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η αύξηση των αφίξεων δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε αντίστοιχη αύξηση του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων. Η διάρκεια παραμονής, ο τύπος του καταλύματος, οι διατροφικές συνήθειες των επισκεπτών και η κατανομή των ταξιδιωτικών δαπανών επηρεάζουν σε μεγαλύτερο βαθμό τα έσοδα του κλάδου.
Το υψηλό λειτουργικό κόστος εξακολουθεί να πιέζει τις επιχειρήσεις της εστίασης. Οι αυξημένες δαπάνες για πρώτες ύλες, ενέργεια, ενοίκια και εργασία περιορίζουν τα περιθώρια κερδοφορίας, ενώ η μετακύλιση του συνόλου των αυξήσεων στις τελικές τιμές δεν είναι εύκολη, καθώς η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών παραμένει υπό πίεση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων έχει καταθέσει σειρά προτάσεων για τη στήριξη του κλάδου. Σε επίσημη επιστολή προς τον πρωθυπουργό ζητά, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή ενιαίου μειωμένου συντελεστή ΦΠΑ στην εστίαση, την κατάργηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στον καφέ, την εξαίρεση των παραγγελιών delivery από το τέλος παρεπιδημούντων και την απαλλαγή από ασφαλιστικές εισφορές στις προσαυξήσεις για εργασία κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τις νυχτερινές ώρες. Σύμφωνα με την Ομοσπονδία, οι παρεμβάσεις αυτές θα ενίσχυαν τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και θα περιόριζαν μέρος των πιέσεων που αντιμετωπίζει ο κλάδος.



