Η ενεργειακή δαπάνη και το κόστος των πρώτων υλών εξακολουθούν να αποτελούν το πιο επιβαρυντικό δίδυμο για τις μικρές μεταποιητικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με έρευνα της KPMG σε 382 επιχειρήσεις διαφόρων κλάδων, από την αρτοποιία και τα συνεργεία αυτοκινήτων έως την κλωστοϋφαντουργία και την αργυροχρυσοχοΐα.
Το 65% των επιχειρήσεων αναφέρει ότι οι αυξήσεις στις πρώτες ύλες αποτελούν τον βασικό παράγοντα επιβάρυνσης, ενώ το 51% εντοπίζει ως κρίσιμο βάρος το ενεργειακό κόστος. Για αρκετούς κλάδους, η ενεργειακή επιβάρυνση έχει αγγίξει ακόμη και το 80% μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία.
Περιθώρια κέρδους υπό πίεση
Η δυνατότητα απορρόφησης του κόστους παραμένει περιορισμένη. Έξι στις δέκα επιχειρήσεις δηλώνουν ότι δεν μπορούν να μετακυλίσουν τις αυξήσεις στους πελάτες τους, γεγονός που οδηγεί σε συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους και απώλεια ανταγωνιστικότητας.
Την ίδια στιγμή, το 69% καταγράφει σημαντική αύξηση στο κόστος πρώτων υλών την τελευταία διετία, ενώ το 65% θεωρεί ότι το ενεργειακό κόστος επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα της επιχείρησής του. Επιπλέον, το 54% αναγκάστηκε να περιορίσει παραγωγή ή λειτουργία λόγω της ενεργειακής επιβάρυνσης.
Χρηματοδότηση: το δεύτερο μεγάλο «αγκάθι»
Πέρα από το κόστος, το χρηματοδοτικό περιβάλλον αναδεικνύεται σε καθοριστικό εμπόδιο. Το 77% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι αντιμετωπίζει δυσκολίες πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό και χρηματοδοτικά εργαλεία.
Το 62% των επιχειρήσεων επιχείρησε να λάβει τραπεζική χρηματοδότηση την τελευταία διετία, ωστόσο το 27% των αιτημάτων απορρίφθηκε. Ως βασικοί λόγοι προβάλλονται τα υψηλά επιτόκια, τα αυστηρά πιστοδοτικά κριτήρια και οι χρονοβόρες διαδικασίες έγκρισης.
Γραφειοκρατία και χαμηλή ψηφιοποίηση
Η διοικητική επιβάρυνση παραμένει σημαντική τροχοπέδη. Το 34% των επιχειρήσεων αφιερώνει πάνω από δέκα ώρες μηνιαίως για τη συμμόρφωση με διοικητικές και κανονιστικές υποχρεώσεις, ενώ μόλις το 13% αξιολογεί ως αποτελεσματικές τις ψηφιακές πλατφόρμες του Δημοσίου.
Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια παραγωγικού χρόνου και η περαιτέρω επιβάρυνση μικρών επιχειρηματικών μονάδων που ήδη λειτουργούν σε οριακές συνθήκες.
Η έλλειψη προσωπικού ως πολλαπλασιαστής προβλημάτων
Σημαντική πίεση προκύπτει και από την αγορά εργασίας. Το 62% των επιχειρήσεων αναφέρει ότι η έλλειψη προσωπικού επηρεάζει την παραγωγική του δυνατότητα, ενώ το 79% έχει αναγκαστεί να περιορίσει δραστηριότητες λόγω αδυναμίας εύρεσης εργαζομένων.
Για το 51% το πρόβλημα σχετίζεται με τη χαμηλή διαθεσιμότητα εργαζομένων, ενώ το 30% επισημαίνει έλλειψη εξειδικευμένων δεξιοτήτων.
Παρέμβαση ΒΕΑ: αιτήματα για σταθερό περιβάλλον
Σχολιάζοντας τα ευρήματα, ο πρόεδρος του Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας Κωνσταντίνος Δαμίγος υπογράμμισε ότι οι επιχειρήσεις δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση, αλλά σταθερό και λειτουργικό πλαίσιο.
Μεταξύ των βασικών αιτημάτων που αναδείχθηκαν είναι η μείωση της γραφειοκρατίας, η δικαιότερη φορολογία, η ευκολότερη πρόσβαση σε χρηματοδότηση και η αποτελεσματικότερη στήριξη στην εύρεση προσωπικού.
Επιχειρηματικότητα: θετικό ισοζύγιο εγγραφών – διαγραφών
Παρά τις πιέσεις, τα στοιχεία για το πρώτο πεντάμηνο του 2026 δείχνουν θετικό ισοζύγιο επιχειρηματικότητας. Καταγράφηκαν 674 νέες εγγραφές και 276 διαγραφές επιχειρήσεων, έναντι 685 και 302 αντίστοιχα το 2025.
Οι νέες εγγραφές εντοπίζονται κυρίως σε ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις, κατασκευές κτιρίων, υδραυλικές εργασίες και συνεργεία αυτοκινήτων, δείχνοντας μια συγκρατημένη αλλά υπαρκτή κινητικότητα στην αγορά.



