28 Αυγούστου 1965
Ο Fred DeLuca και ο Peter Buck ανοίγουν ένα σαντουιτσάδικο, το Pete’s Super Submarines, στο Μπρίτζπορτ του Κονέκτικατ. Οι δύο συνέταιροι όχι μόνο δεν γνωρίζουν το παραμικρό για τα σάντουιτς, αλλά δεν έχουν και τίποτα κοινό μεταξύ τους. Όμως όλα αυτά δεν θα σταθούν εμπόδιο στην επιτυχία τους. Εκείνη η αρχική επένδυση των 1.000 δολαρίων μετατράπηκε στην Subway, μια αλυσίδα fast food με 37.000 καταστήματα σε περισσότερες από 100 χώρες, που το 2024 πουλήθηκε για σχεδόν 10 δισ. δολάρια.
Ο DeLuca, γιος ενός εργάτη εργοστασίου που ήλπιζε να σπουδάσει ιατρική, ήταν 17 χρόνων όταν έπιασε δουλειά για το καλοκαίρι σε ένα κατάστημα με εργαλεία. Βλέποντας ότι ο πενιχρός μισθός του δεν επρόκειτο να καλύψει τα έξοδα των σπουδών του, προσέγγισε έναν οικογενειακό φίλο, τον Buck.

Ο Buck ήταν 35 χρόνων, είχε σπουδάσει πυρηνικός μηχανικός και είχε μια καλή δουλειά στην General Electric και ένα ωραίο σπίτι. Ο DeLuca φαντάστηκε ότι θα τον βοηθούσε με τα δίδακτρα του πανεπιστημίου, όμως εκείνος του πρότεινε να ανοίξουν μαζί ένα σαντουιτσάδικο.
Ο Buck του έδωσε 1.000 δολάρια και έτσι, εκείνο τον Αύγουστο, ο DeLuca νοίκιασε ένα μικρό κατάστημα στο κέντρο του Μπρίτζπορτ για 165 δολάρια τον μήνα.
Στις ΗΠΑ, submarines ή subs ονομάζονται τα σάντουιτς -ζεστά ή κρύα- που φτιάχνονται από μία ολόκληρη μπαγκέτα ψωμιού κομμένη στη μέση, αφού το σχήμα τους θυμίζει υποβρύχιο. Από εκεί πήρε το όνομά της η επιχείρηση.
Το κατάστημα ονομάστηκε αρχικά Pete’s Super Submarines, καθώς ο DeLuca ήθελε να τιμήσει τον συνέταιρό του που χρηματοδότησε την επιχείρηση. Όμως, στην πορεία αναγκάστηκε να αλλάξει το όνομα. Και αυτό γιατί όταν ηχογράφησε διαφημίσεις για το ραδιόφωνο διαπίστωσε ότι λόγω της προφοράς του Μπρούκλιν με την οποία μιλούσε, οι ακροατές νόμιζαν ότι έλεγε «Pizza Marines» αντί για «Pete’s Submarines». Στην πορεία, το όνομα έγινε «Pete’s Subway» και τελικά, μόνο «Subway».

Ο DeLuca έβαλε την οικογένειά του να βοηθήσει στο μαγαζί. Η μητέρα του, Carmela Ombres DeLuca, φιλοξενούσε την εβδομαδιαία σύσκεψη σχεδιασμού στο τραπέζι της κουζίνας της κάθε Δευτέρα, αφότου σέρβιρε μακαρόνια με κεφτέδες για δείπνο. Εκεί, οι DeLucas και ο Buck έβλεπαν ότι οι πωλήσεις ήταν αδύναμες και επιδεινώνονταν. Παρόλα αυτά, αποφάσισαν να ανοίξουν και δεύτερο κατάστημα, για να δώσουν την εντύπωση ότι το επιχειρηματικό τους σχέδιο είναι επιτυχημένο, όπως θα ομολογούσε αργότερα ο DeLuca στο Fortune.

Ο λόγος ήταν ότι ένας franchisee έπρεπε να επενδύσει από 116.000 έως 263.000 δολάρια για να ανοίξει ένα Subway, την ώρα που ένα κατάστημα McDonald’s κόστιζε 1-2 εκατ. δολάρια. Ως αντάλλαγμα, οι franchisees συμφωνούσαν να παραδίδουν το 8% του μεικτού τζίρου τους, πέρα από τις άλλες χρεώσεις και προμήθειες που πλήρωναν.
Όσο για τον Buck, ουδέποτε απέκτησε ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στη διοίκηση της εταιρείας. Όταν η Subway άνοιξε τα κεντρικά γραφεία της στο Κονέκτικατ, ρώτησε που θα καθόταν ο ίδιος, όμως ο DeLuca αρνήθηκε να του δώσει το δικό του γραφείο. Έτσι, όποτε κάποιος τον ρωτούσε κάτι για την Subway, είχε πάντα την ίδια απάντηση: Μιλήστε με τον Fred. Αντ΄ αυτού, παρέμεινε στο παρασκήνιο, βλέποντας την αξία του μεριδίου του στην εταιρεία να μεγαλώνει και κάνοντας φιλανθρωπίες.
Όσο για τον DeLuca, ήταν στην καλύτερη περίπτωση μια αντιφατική προσωπικότητα. Ακόμα και όταν η Subway ήταν μια από τις μεγαλύτερες αλυσίδες fast food στον κόσμο, επέμενε να την διοικεί σαν να επρόκειτο για μια οικογενειακή επιχείρηση. Έως το 1990 επέμενε να υπογράφει προσωπικά κάθε επιταγή της εταιρείας.
«Ήταν πολύ έξυπνος και εργατικός, αλλά ένα από τα προβλήματα ήταν ότι διηύθυνε το δίκτυο όταν είχαμε 30.000 καταστήματα σαν να είχαμε εκατό καταστήματα», θα έλεγε ένα παλιός του υπάλληλος μιλώντας στο Business Insider.
Παρότι έγινε δισεκατομμυριούχος, λέγεται ότι ήταν τσιγγούνης. Οδηγούσε μια παλιά Lincoln και πετούσε στην οικονομική θέση. Είχε, βέβαια, μια πολυτελή έπαυλη.
Πάντως, τα τελευταία χρόνια, ο τζίρος των καταστημάτων Subway στις ΗΠΑ μειωνόταν, εν μέσω αυξανόμενου ανταγωνισμού. Το προφίλ της εταιρείας έπληξε η εμπλοκή ενός διάσημου εκπροσώπου της σε σκάνδαλο παιδικής πορνογραφίας, ενώ ακολούθησε και ο θάνατος του DeLuca, το 2015. Ο Buck πέθανε το 2021.
To 2024, η Subway πουλήθηκε στην εταιρεία private equity Roark Capital για 9,6 δισ. δολάρια. Εκείνη τη χρονιά έκλεισαν 631 καταστήματα, με άλλα 729 να κλείνουν το 2025, όμως τα κέρδη εκτινάχθηκαν στα 689 εκατ. δολάρια το 2025 (με τζίρο 925 εκατ. δολαρίων), από μόλις 15,4 εκατ. δολάρια που ήταν το 2023 (με τζίρο 972 εκατ. δολάρια).



