Από τη Macy’s στη Νέα Υόρκη και τη Harrods στο Λονδίνο μέχρι τα Galeries Lafayette στο Παρίσι και την El Corte Inglés στην Ισπανία, τα μεγάλα πολυκαταστήματα ήταν συνώνυμα της ποικιλίας, της κατανάλωσης και της αστικής εμπορικής ζωής. Ωστόσο, μέσα σε δέκα χρόνια, το επιχειρηματικό μοντέλο τους έχει αλλάξει σημαντικά.
Πριν από μία δεκαετία, τα μεγάλα πολυκαταστήματα ξεχώριζαν κυρίως για την ποικιλία τους. Η δυνατότητα να προσφέρουν στους καταναλωτές δεκάδες brands και διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων κάτω από μία στέγη αποτελούσε ένα από τα βασικά στοιχεία της εμπορικής τους δύναμης. Σήμερα, τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Τα department stores δεν ανταγωνίζονται μόνο τους παραδοσιακούς παίκτες του λιανεμπορίου, αλλά και τις ψηφιακές πλατφόρμες, το ηλεκτρονικό εμπόριο και τις νέες καταναλωτικές συνήθειες που διαμορφώνουν οι τεχνολογικές εξελίξεις.
Η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου άλλαξε ριζικά τους όρους του ανταγωνισμού. Προϊόντα που κάποτε αποτελούσαν βασικό λόγο επίσκεψης σε ένα πολυκατάστημα είναι διαθέσιμα με λίγα κλικ, αναγκάζοντας τους παραδοσιακούς παίκτες να επενδύσουν περισσότερο στην εμπειρία του πελάτη, στις υπηρεσίες και στη σύνδεση του φυσικού καταστήματος με το ψηφιακό περιβάλλον.
Οι μεγαλύτερες αλλαγές καταγράφηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πορεία της Macy’s τα τελευταία χρόνια δείχνει ίσως καλύτερα από κάθε άλλη περίπτωση πώς έχει αλλάξει ο κλάδος των μεγάλων πολυκαταστημάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ενώ πριν από μία δεκαετία ο όμιλος κατέγραφε έσοδα που ξεπερνούσαν τα 28 δισ. δολάρια, το 2025 οι πωλήσεις διαμορφώθηκαν κοντά στα 21,8 δισ. δολάρια. Παράλληλα, η εταιρεία υλοποιεί πρόγραμμα κλεισίματος δεκάδων καταστημάτων, επενδύοντας περισσότερο στα πιο αποδοτικά σημεία πώλησης, στην πολυτελή αλυσίδα Bloomingdale’s και στην αλυσίδα καλλυντικών Bluemercury. Η στρατηγική αυτή φαίνεται να αποδίδει. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 η Macy’s ανακοίνωσε την πρώτη αύξηση συγκρίσιμων πωλήσεων έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια, με τις αλυσίδες Bloomingdale’s και Bluemercury να συνεχίζουν να αναπτύσσονται ταχύτερα από τη βασική αλυσίδα Macy’s.
Η ευρωπαϊκή αγορά ακολούθησε διαφορετική πορεία. Αντί για μαζικά λουκέτα, αρκετοί μεγάλοι όμιλοι επέλεξαν τον μετασχηματισμό των καταστημάτων τους, επενδύοντας περισσότερο στην εμπειρία πελάτη, στις υπηρεσίες και στις κατηγορίες πολυτελείας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Galeries Lafayette στη Γαλλία. Ο όμιλος κατέγραψε κύκλο εργασιών 3,1 δισ. ευρώ το 2025, ενώ το εμβληματικό κατάστημα Galeries Lafayette Haussmann στο Παρίσι ξεπέρασε τα 2 δισ. ευρώ σε πωλήσεις, ενισχύοντας τη θέση του ως ενός από τα σημαντικότερα department stores παγκοσμίως. Κι αν το καλοσκεφτεί κανείς, κάποιος που επισκέπτεται το Παρίσι συνήθως εντάσσει τα Galeries Lafayette στα must to visit σημεία, αν όχι για τις αγορές αλλά για την εμπειρία και μόνο, γεγονός που αποδεικνύεται από τα περίπου 35 εκατομμύρια επισκέπτες που το επισκέφθηκαν μέσα στη χρονιά.
Πριν από μία δεκαετία, το βασικό ζητούμενο για ένα πολυκατάστημα ήταν να προσελκύει όσο το δυνατόν περισσότερους καταναλωτές και να αυξάνει τις πωλήσεις του. Σήμερα, το στοίχημα βρίσκεται αλλού. Τα μεγάλα department stores επενδύουν διαρκώς στην εμπειρία της επίσκεψης, επιδιώκοντας να προσφέρουν πολύ περισσότερα από μια απλή αγοραστική διαδικασία. Το Galeries Lafayette Haussmann στο Παρίσι αυτό ακριβώς επιδιώκει. Πέρα από τη λιανική πώληση, φιλοξενεί εστιατόρια, χώρους εκδηλώσεων, υπηρεσίες προσωπικών αγορών και μια ευρεία γκάμα luxury brands, προσελκύοντας τόσο τους κατοίκους της πόλης όσο και εκατομμύρια επισκέπτες από το εξωτερικό. Στο ίδιο μονοπάτι κινούνται και άλλα εμβληματικά γαλλικά πολυκαταστήματα, όπως το Printemps, το Le Bon Marché και η La Samaritaine, τα οποία έχουν ενισχύσει τη σύνδεσή τους με τον τουρισμό, τη γαστρονομία και την αγορά πολυτελών ειδών. Η πορεία τους δείχνει ότι στην Ευρώπη τα department stores εξελίχθηκαν από χώρους αγορών σε προορισμούς που συνδυάζουν λιανεμπόριο, υπηρεσίες και εμπειρίες.
Στο Λονδίνο, η Harrods και η Selfridges ακολουθούν παρόμοια στρατηγική. Η αξία τους δεν βασίζεται αποκλειστικά στο εύρος των προϊόντων που διαθέτουν αλλά στη συνολική εμπειρία που προσφέρουν. Οι χώροι ομορφιάς, η γαστρονομία, οι αποκλειστικές συνεργασίες με brands και οι υπηρεσίες υψηλής εξατομίκευσης έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι πριν από δέκα χρόνια. Το ίδιο συμβαίνει και με τη John Lewis, η οποία επενδύει στην αναβάθμιση των καταστημάτων της και στη σύνδεση φυσικού και ψηφιακού καναλιού.
Ξεχωριστή θέση στην ευρωπαϊκή αγορά κατέχει η El Corte Inglés. Ο ισπανικός όμιλος αποτελεί τη μεγαλύτερη αλυσίδα πολυκαταστημάτων στην Ευρώπη και συνεχίζει να εμφανίζει ισχυρές οικονομικές επιδόσεις. Για τη χρήση 2025-2026 ανακοίνωσε συνολικά έσοδα 17,25 δισ. ευρώ και πωλήσεις λιανικής 14,99 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 2% σε συγκρίσιμη βάση. Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν σε 628 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 22,8% σε σχέση με την προηγούμενη χρήση. Τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνουν ότι τα μεγάλα πολυκαταστήματα εξακολουθούν να διατηρούν σημαντικό ρόλο στο ευρωπαϊκό λιανεμπόριο, όταν προσαρμόζονται στις νέες απαιτήσεις των καταναλωτών.
Η ελληνική αγορά παρουσιάζει επίσης ενδιαφέρον. Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα μεγάλα πολυκαταστήματα δεν απέκτησαν ποτέ κυρίαρχη θέση στο ελληνικό λιανεμπόριο. Η αγορά αναπτύχθηκε κυρίως γύρω από εξειδικευμένες αλυσίδες, οικογενειακές επιχειρήσεις και ανεξάρτητα καταστήματα, γεγονός που διαμόρφωσε ένα διαφορετικό μοντέλο από εκείνο που επικράτησε σε αγορές όπως η βρετανική, η ισπανική ή η αμερικανική. Ωστόσο, η περίπτωση των attica Department Stores δείχνει πώς μπορεί να εξελιχθεί το μοντέλο στην ελληνική πραγματικότητα. Η εταιρεία έχει ανακοινώσει επενδυτικό πρόγραμμα 15 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2025-2027, ενώ το 2025 οι πωλήσεις της ανήλθαν σε 244,2 εκατ. ευρώ.
Η ενίσχυση του ηλεκτρονικού καναλιού, η αυξημένη συμμετοχή των τουριστών στις πωλήσεις και η ισχυρή παρουσία των κατηγοριών μόδας και ομορφιάς δείχνουν ότι η ελληνική αγορά κινείται προς την ίδια κατεύθυνση με τα μεγάλα ευρωπαϊκά πολυκαταστήματα. Στην Αθήνα, το κατάστημα της attica στο City Link έχει εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους προορισμούς αγορών στο κέντρο της πόλης, προσελκύοντας τόσο το εγχώριο κοινό όσο και επισκέπτες από το εξωτερικό. Η άνοδος των tax-free πωλήσεων κατά 21% συνδέεται με την αυξημένη παρουσία ξένων επισκεπτών στην Αθήνα και τη συμβολή τους στις πωλήσεις του ομίλου.
Η μεγαλύτερη αλλαγή της τελευταίας δεκαετίας δεν αφορά τελικά το μέγεθος των πολυκαταστημάτων, αλλά τον ρόλο τους. Το department store του 2015 ήταν πρωτίστως ένας χώρος πώλησης προϊόντων. Το department store του 2026 λειτουργεί ως χώρος εμπειριών, υπηρεσιών, εστίασης, ψυχαγωγίας και ψηφιακής αλληλεπίδρασης. Οι όμιλοι που επένδυσαν στην εμπειρία πελάτη, στην τεχνολογία και στην πολυκαναλική εξυπηρέτηση συνεχίζουν να αναπτύσσονται, ενώ όσοι καθυστέρησαν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες της αγοράς βρέθηκαν αντιμέτωποι με μεγαλύτερες πιέσεις και αναγκάστηκαν να αναθεωρήσουν τη στρατηγική τους.



