Μέρος των απωλειών που υπέστησαν την περίοδο της κρίσης έχουν ανακτήσει οι Ελληνες καταθέτες τα τελευταία χρόνια και κυρίως την τελευταία 6ετία, από το 2019 και μετά, απέχοντας ακόμη από το επίπεδο των αποταμιεύσεων που είχαν το 2009. Από την άλλη, οι ελληνικές επιχειρήσεις λόγω της μεγέθυνσης της οικονομίας έχουν ανακτήσει το σύνολο των απωλειών που υπέστησαν μέσα στην κρίση, τουλάχιστον σε όρους ρευστότητας. Αυτό δείχνουν τα στοιχεία της ΤΤΕ για την πορεία των καταθέσεων των ελληνικών νοικοκυριών και των επιχειρήσεων από το 2009, οπότε και καταγράφηκε το υψηλότερο επίπεδο αποταμίευσης, που έφτασε στα 237,5 δισ. ευρώ έως και τα τέλη του 2025, χρονιά που έφτασε στα 213,2 δισ. ευρώ.
Βάσει των στοιχείων, τα νοικοκυριά υπολείπονται ακόμη κατά 21% των καταθέσεων που είχαν το 2009, σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις που είδαν τη ρευστότητα που έχουν στις τράπεζες να αυξάνεται κατά 43,4%. Συγκεκριμένα, οι καταθέσεις των ελληνικών νοικοκυριών έχουν αυξηθεί σημαντικά φθάνοντας στα 154,8 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025 από 110 δισ. ευρώ το 2018, αλλά υπολείπονται των 196,9 δισ. ευρώ που ανέρχονταν οι καταθέσεις στις τράπεζες το 2009. Οι επιχειρήσεις, όχι απλώς έχουν διπλασιάσει τη ρευστότητά τους από το 2018 –από τα 24,5 δισ. ευρώ στα 58,4 δισ. ευρώ το 2025– αλλά έχουν αυξήσει τα υπόλοιπα καταθέσεων που διατηρούν στις τράπεζες κατά 43,4% σε σχέση με το 2009.
Σε σχέση με τα τέλη του 2024 οι καταθέσεις των επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά 5,1 δισ. ευρώ, ενώ οι καταθέσεις των νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 4,5 δισ. ευρώ, με ένα μεγάλο μέρος της αύξησης κατά περίπου 2,5 δισ. ευρώ να οφείλεται και στην καταβολή του δώρου Χριστουγέννων τον περασμένο Δεκέμβριο. Από την πλευρά των επιχειρήσεων, η αύξηση των καταθέσεων άνω των 4 δισ. ευρώ που παρατηρήθηκε τον Δεκέμβριο είναι αποτέλεσμα και των υψηλών εκταμιεύσεων που καταγράφεται κάθε τέλος τριμήνου από τις τράπεζες. Πρόκειται για δάνεια που έχουν συμβασιοποιηθεί μέσα στη χρονιά και εκταμιεύονται με το κλείσιμο του χρόνου στο πλαίσιο και του κλεισίματος των ισολογισμών των τραπεζών και της επίτευξης των στόχων για νέες χορηγήσεις.
Να σημειωθεί ότι εκτός από τα 4,5 δισ. της αύξησης των καταθέσεων από τα νοικοκυριά, άλλα 5,1 δισ. ευρώ τοποθετήθηκαν το 2025 από ιδιώτες σε αμοιβαία κεφάλαια, ενώ οι συνολικές εισροές την τελευταία τριετία ξεπερνούν τα 13 δισ. ευρώ. Η στροφή που παρατηρείται σε «εναλλακτικές» τοποθετήσεις ερμηνεύει και τη μείωση που καταγράφεται στις προθεσμιακές καταθέσεις των νοικοκυριών, που υποχώρησαν από τα 37,2 δισ. ευρώ στα τέλη του 2024 στα 34,1 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025.
Η αύξηση των καταθέσεων υποστηρίζει σε μεγάλο βαθμό και την ενίσχυση των νέων χρηματοδοτήσεων, με έμφαση στα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης και στις χορηγήσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις μέσα από τα προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και της ΕΤΕΠ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η καθαρή ροή χρηματοδότησης για επιχειρήσεις, δηλαδή τα νέα δάνεια μετά τις αποπληρωμές ξεπέρασαν το 2025 τα 9 δισ. ευρώ, συντηρώντας τον ρυθμό πιστωτικής επέκτασης σε διψήφια ποσοστά της τάξης του 10,7% σε ετήσια βάση. Ο συνολικός δανεισμός των επιχειρήσεων ανήλθε στα 91,7 δισ. ευρώ και αναμένεται να επιταχυνθεί την τρέχουσα χρονιά ενόψει της λήξης του Ταμείου Ανάκαμψης, που προβλέπει τη συμβασιοποίηση των επενδυτικών σχεδίων που έχουν εγκριθεί έως τα τέλη Αυγούστου. Να σημειωθεί ότι οι διοικήσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών έχουν αναθεωρήσει προς τα πάνω τους στόχους για την πιστωτική επέκταση. Η Eurobank προβλέπει καθαρή πιστωτική επέκταση άνω των 4 δισ. ευρώ σε επίπεδο ομίλου, η Πειραιώς αναμένεται να υπερβεί τα 3,5 δισ. ευρώ, ενώ η Εθνική και η Alpha τα 3 δισ. ευρώ.



