Την εκτίμηση ότι η Ευρώπη θα οδηγηθεί σε ένα νέο χρηματοδοτικό εργαλείο «τύπου RRF» διατύπωσε πρόσφατα ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της AKTOR, Αλέξανδρος Εξάρχου. Ερωτηθείς από δημοσιογράφους εάν θα μπορούσε να δημιουργηθεί νέο Ταμείο Ανάκαμψης με τη νέα χρονιά, απάντησε καταφατικά, συμπληρώνοντας ότι «το RRF δεν διαφοροποιείται πολύ από το ευρωομόλογο» και ότι η μεταξύ τους διαφορά είναι «ελάχιστη, αν υπάρχει».
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο πάντως, καμία απόφαση δεν έχει (για την ώρα) ληφθεί. Ωστόσο εντοπίζεται μια ευρύτερη μεταβολή που παρακολουθούν πλέον στενά επιχειρήσεις και διεθνείς αγορές. Το concept του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού, που το 2020 παρουσιάστηκε ως έκτακτη απάντηση στην πανδημία, επανέρχεται στο προσκήνιο συστηματικά με όλο και περισσότερες μορφές. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν η Ευρώπη θα δανειστεί από κοινού, αλλά για ποιον σκοπό, με ποιο εργαλείο και ποιος τελικά θα… αποπληρώσει αυτό το χρέος.
Ο κοινός δανεισμός παύει να αποτελεί εξαίρεση
Το μεγαλύτερο προηγούμενο αποτέλεσε το NextGenerationEU, ύψους άνω των 800 δισ. ευρώ -σε τρέχουσες τιμές, στον πυρήνα του οποίου βρέθηκε το RRF. Είχε προηγηθεί το SURE των 100 δισ. ευρώ για τη στήριξη της απασχόλησης. Ακολούθησαν το SAFE, με δάνεια έως 150 δισ. ευρώ για αμυντικές προμήθειες, και το δάνειο των 90 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία για το 2026-2027. Η κοινή έκδοση, συνεπώς, δεν περιορίζεται πια σε ένα μοναδικό εργαλείο και ούτε για ένα μοναδικό σκοπό.
Μάλιστα, σήμερα, οι πιέσεις είναι μεγαλύτερες σε σχέση με την εποχή της πανδημίας. Η πρόσφατη έκθεση Ντράγκι υπολόγισε ότι η Ευρώπη χρειάζεται πρόσθετες δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις 750-800 δισ. ευρώ ετησίως για ενέργεια, ψηφιοποίηση, άμυνα και παραγωγική αναβάθμιση. Ταυτόχρονα, οι υψηλά χρεωμένες οικονομίες διαθέτουν περιορισμένο εθνικό δημοσιονομικό χώρο. Εάν κάθε χώρα χρηματοδοτεί μόνη της την πράσινη μετάβαση ή την άμυνα, οι πλουσιότερες μπορούν να δαπανήσουν περισσότερο, μεγαλώνοντας σταδιακά τις αποκλίσεις μέσα στην ενιαία αγορά.
Οι αγορές καλοβλέπουν επίσης το σενάριο ενός συνεχιζόμενου κοινού δανεισμού. Μια μεγάλη και σταθερή «δεξαμενή» ευρωπαϊκών τίτλων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ασφαλές ενεργητικό σε ευρώ, να περιορίσει τον κατακερματισμό των εθνικών αγορών ομολόγων και να ενισχύσει τον διεθνή ρόλο του κοινού νομίσματος. Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, περίπου 1 τρισ. ευρώ κοινού χρέους ευρωπαϊκών θεσμών βρίσκεται ήδη σε κυκλοφορία, ποσό σημαντικό αλλά πολύ μικρότερο από την αντίστοιχη αγορά αμερικανικών κρατικών τίτλων.
Ενδεικτικά, ήδη η Γαλλία ζητεί ευρωομόλογα για στρατηγικές επενδύσεις, ενώ η Ισπανία προτείνει κεντρική έκδοση μέρους του εθνικού δανεισμού, με στόχο αγορά ευρωπαϊκών τίτλων έως 5 τρισ. ευρώ σε βάθος πενταετίας.
Γιατί δεν προκρίνεται ένα «καθαρό» ευρωομόλογο
Το ευρωομόλογο και το Ταμείο Ανάκαμψης δεν είναι ταυτόσημες έννοιες. Το πρώτο είναι πρωτίστως τρόπος χρηματοδότησης. Πρόκειται για έναν κοινό τίτλο, με ευρωπαϊκή εγγύηση ή κοινή ευθύνη των κρατών, που μπορεί να δημιουργήσει μόνιμη αγορά χρέους. Το RRF ήταν πρόγραμμα δαπανών. Η Επιτροπή δανείστηκε μέσω ευρωπαϊκών ομολόγων και διοχέτευσε τα κεφάλαια σε επιχορηγήσεις και δάνεια, βάσει εθνικών σχεδίων, μεταρρυθμίσεων και συγκεκριμένων οροσήμων. Τα δάνεια αποπληρώνονται από τα κράτη που τα λαμβάνουν, ενώ οι επιχορηγήσεις από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό έως το 2058.
Ακριβώς γι’ αυτό οι στοχευμένοι μηχανισμοί είναι πολιτικά ευκολότεροι. Η Γερμανία, η Ολλανδία και η Σουηδία εξακολουθούν να απορρίπτουν δια ροπάλου ένα μόνιμο καθεστώς κοινού χρέους, επικαλούμενες δημοσιονομικό κίνδυνο, νομικούς περιορισμούς και τον φόβο ότι οι φορολογούμενοί τους θα πληρώνουν για τις αποφάσεις άλλων κυβερνήσεων. Κατά την άποψή τους, ένα προσωρινό ταμείο, αντίθετα, διαθέτει προκαθορισμένο σκοπό, πλαφόν, προϋποθέσεις και -προπαντός- ημερομηνία λήξης.
Αυτή τη λογική ακολουθεί και η πρόταση για τον προϋπολογισμό 2028-2034. Προβλέπει το Catalyst Europe με έως 150 δισ. ευρώ δανείων και έναν μηχανισμό κρίσεων με δυνατότητα σχεδόν 400 δισ. ευρώ, χωρίς να έχει εγκριθεί νέο οριζόντιο RRF. Το 2027 θα είναι κυρίως έτος πολιτικών και νομοθετικών αποφάσεων, καθώς το σημερινό Ταμείο κλείνει στο τέλος του 2026 και το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο αρχίζει το 2028.
Για την πραγματική οικονομία, πάντως, η συζήτηση δεν θα κριθεί στο πως θα λέγεται το εργαλείο, αλλά στο πού και πόσο γρήγορα θα κατευθυνθούν τα χρήματα. Επενδύσεις σε δίκτυα, διασυνδέσεις, αποθήκευση και ενεργειακή αποδοτικότητα μπορούν να συγκρατήσουν μεσοπρόθεσμα το ενεργειακό κόστος, να διατηρήσουν τη ροή έργων μετά το RRF και να κινητοποιήσουν ιδιωτικά κεφάλαια. Χωρίς ώριμα έργα, ταχείες αδειοδοτήσεις και επαρκή κατασκευαστική δυναμικότητα, ακόμη και ένα μεγάλο νέο ταμείο θα χάσει σημαντικό μέρος της πραγματικής αξίας του. Το επόμενο ευρωπαϊκό στοίχημα, επομένως, δεν είναι να εκδόσουμε περισσότερο χρέος, αλλά να μετατραπεί εγκαίρως σε φθηνότερη ενέργεια, νέα έργα και παραγωγικές επενδύσεις.



