Η ελληνική αγορά καφέ εξακολουθεί να εμφανίζει εικόνα υπερκορεσμού, με τον αριθμό των καταστημάτων να θεωρείται από παράγοντες του κλάδου δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με το πραγματικό μέγεθος της ζήτησης. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά στην οποία πολλά σημεία ανοίγουν εύκολα, αλλά η διάρκεια ζωής τους αποδεικνύεται εξαιρετικά περιορισμένη, ειδικά στα franchise και στα μικρότερα καταστήματα καφέ. Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του Στέλιου Ρουμελιώτη, συνιδιοκτήτη της αλυσίδας καφέ, Coffee Lab, ο οποίος στη διάρκεια συνέντευξης τύπου για την απόκτηση ποσοστού στην εταιρεία του από τον όμιλο Βενέτη, είπε ότι τα οργανωμένα δίκτυα franchise καφέ καλύπτουν το 27%-28% και τα υπόλοιπα είναι αυτόνομα καταστήματα. Τόνισε ότι τα περισσότερα καταστήματα λειτουργούν με προϋπολογισμό, μικρότερο των 10.000 ευρώ, γεγονός που προσφέρει ευκολία ίδρυσης μίας επιχείρησης αυτής της μορφής σε μεγάλη μερίδα εν δυνάμει επιχειρηματιών. Κατά τον ίδιο η διάρκεια ζωής μίας καφετέριας δεν υπερβαίνει τα τρία έτη.
«Ο πρώτος επενδύει 10.000 ευρώ, στη συνέχεια πουλάει την επιχείρηση στον επόμενο για 5.000 ευρώ και ο τρίτος με πολύ χαμηλότερη αξία, με αποτέλεσμα να οδηγείται σε διακοπή λειτουργίας, λόγω του ότι το συγκεκριμένο σχήμα είναι μη βιώσιμο».
Καφές: Ενα προϊόν που πωλείται παντού
Όπως επισημαίνεται από ανθρώπους της αγοράς, το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων, αλλά και η ευκολία με την οποία συνεχίζουν να δημιουργούνται νέα σημεία. Ο καφές έχει μετατραπεί σε προϊόν που πωλείται σχεδόν παντού, από αμιγή καταστήματα εστίασης μέχρι δραστηριότητες που παραδοσιακά δεν συνδέονταν με το συγκεκριμένο αντικείμενο. Αυτή η διάχυση της αγοράς εντείνει ακόμη περισσότερο τον ανταγωνισμό και συμπιέζει τη βιωσιμότητα των καθαρά εξειδικευμένων επιχειρήσεων.
Σύμφωνα με την εικόνα που περιγράφεται, το παράδοξο είναι ότι ακόμη και αν έκλεινε ένα σημαντικό ποσοστό καταστημάτων καφέ, η ανεργία στον κλάδο δεν θα αυξανόταν αναλογικά. Αντιθέτως, εκτιμάται ότι το προσωπικό και οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες θα μπορούσαν να απορροφηθούν από τα υπόλοιπα καταστήματα, καθώς η εστίαση συνεχίζει να εμφανίζει έντονα κενά στελέχωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι σε πολλές επιχειρήσεις του χώρου παραμένουν αναρτημένες αγγελίες για αναζήτηση προσωπικού.
Διαβάστε ακόμα: Οι τιμές του καφέ το 2025: Πού πίνεις τον φθηνότερο και πού τον ακριβότερο
Η υπερσυγκέντρωση καταστημάτων επηρεάζει όμως και την ίδια τη λειτουργία των αγορών και των εμπορικών δρόμων. Όταν σε μια περιοχή αναπτύσσονται υπερβολικά πολλά σημεία με ομοειδές αντικείμενο, οι πεζοδρομήσεις και οι πιάτσες της αγοράς αποδυναμώνονται εμπορικά, καθώς ο τζίρος διαχέεται σε υπερβολικά μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων. Παράλληλα, λείπει πλέον ένας ουσιαστικός μηχανισμός χωροταξικής ή πληθυσμιακής ισορροπίας, όπως παλαιότερα επιχειρούσε να εισαγάγει η λογική αδειοδότησης βάσει πληθυσμού.
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της αγοράς, ωστόσο, είναι ο μικρός κύκλος ζωής πολλών franchise καφέ. Όπως περιγράφεται, η διάρκεια ζωής τους συχνά δεν ξεπερνά τα τρία χρόνια. Το μοντέλο είναι σχεδόν επαναλαμβανόμενο: ο πρώτος επενδυτής αγοράζει ή στήνει την επιχείρηση με ένα αρχικό ποσό, στη συνέχεια τη μεταβιβάζει σε δεύτερο σε χαμηλότερη αξία, ο δεύτερος την πουλά ακόμη φθηνότερα σε τρίτο και τελικά ο τελευταίος οδηγείται σε κλείσιμο. Έτσι δημιουργείται ένας μηχανισμός συνεχούς ανακύκλωσης επιχειρήσεων, χωρίς πραγματική μακροπρόθεσμη σταθερότητα.
Η ευκολία εισόδου στην αγορά παραμένει βασικός λόγος αυτής της εικόνας. Ένα μικρό κατάστημα καφέ μπορεί να στηθεί σχετικά εύκολα, με χαμηλότερο κόστος σε σχέση με άλλες μορφές εστίασης, γεγονός που συνεχίζει να προσελκύει νέους ενδιαφερόμενους, ακόμη και όταν οι πιθανότητες μακροχρόνιας επιβίωσης είναι περιορισμένες.
Στα 600 εκατ. ευρώ εκτιμάται ο τζίρος των αλυσίδων καφεστίασης
Σύμφωνα με στοιχεία της ICAP, οι συνολικές πωλήσεις των αλυσίδων καφέ διαμορφώθηκαν το 2022 στα 554 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 9,1%. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και το 2023, όταν ο τζίρος εκτιμάται ότι έφτασε τα 583 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 5,2%, ενώ για το 2024 εκτιμάται ότι ενισχύθηκε κατά περίπου 3%, με την αγορά να προσεγγίζει τα 600 εκατ. ευρώ. Κινητήριος δύναμη της αγοράς παραμένει ο καφές, ο οποίος ενισχύει διαρκώς το ειδικό βάρος του στο συνολικό μείγμα πωλήσεων. Με βάση τις εκτιμήσεις, το μερίδιό του κυμαίνεται πλέον μεταξύ 56% και 58%, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το συγκεκριμένο προϊόν εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα εσόδων για τις επιχειρήσεις του κλάδου.
Αναμένονται περαιτέρω αυξήσεις λόγω του πολέμου
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντικές πιέσεις κόστους. Η τελευταία διετία χαρακτηρίζεται από έντονες πληθωριστικές επιβαρύνσεις, οι οποίες έχουν ήδη περάσει στις τελικές τιμές από το 2022, ενώ στελέχη της αγοράς εκτιμούν ότι νέες ανατιμήσεις θεωρούνται πιθανές και τους επόμενους μήνες, λόγω του πολέμου στο Ιράν, που προκάλεσε την έλλειψη κοντέινερ, εκτόξευση των ναύλων και των ασφαλίστρων αλλά και διεύρυνση του χρόνου παραδόσεων λόγω του αποκλεισμού των στενών του Ορμούζ. Το περιβάλλον αυτό δημιουργεί πρόσθετη πίεση τόσο στις επιχειρήσεις όσο και στην καταναλωτική ζήτηση, σε έναν κλάδο που παραμένει ιδιαίτερα ανταγωνιστικός.
Η ICAP επισημαίνει πάντως ότι η έντονη ενίσχυση του συνολικού κύκλου εργασιών των αλυσίδων από το 2015 και μετά δεν οφείλεται αποκλειστικά στην οργανική ανάπτυξη της αγοράς, αλλά και στη διεύρυνση του δείγματος των αλυσίδων που εντάσσονται στον υπολογισμό. Αντίστοιχη πρακτική ακολουθήθηκε και κατά την περίοδο 2019-2024, γεγονός που σημαίνει ότι η συγκρισιμότητα των στοιχείων απαιτεί προσεκτική ανάγνωση.
Σε κάθε περίπτωση, αν στο συνολικό μέγεθος της αγοράς του καφέ συμπεριληφθούν όχι μόνο οι οργανωμένες αλυσίδες café, αλλά και οι μεμονωμένες καφετέριες, οι αλυσίδες γρήγορης εστίασης, οι φούρνοι, τα εστιατόρια και λοιπά σημεία πώλησης ροφήματος, τότε η πραγματική αξία της αγοράς διαμορφώνεται σε αισθητά υψηλότερα επίπεδα από αυτά των 600 εκατομμυρίων ευρώ.
Καθοριστικό ρόλο στην επέκταση του κλάδου έχει διαδραματίσει το franchising. Η ανάπτυξη των αλυσίδων τα τελευταία χρόνια βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στη μέθοδο της δικαιόχρησης, τόσο στην Αττική όσο και στην περιφέρεια. Σε γεωγραφικό επίπεδο, η μεγαλύτερη συγκέντρωση καταστημάτων εντοπίζεται στην Αττική, η οποία απορροφά το 50,5% του συνολικού δικτύου των 17 μεγαλύτερων αλυσίδων καφέ του δείγματος που συμπεριέλαβε στην έρευνά της η ICAP, δηλαδή 1.720 καταστήματα. Ακολουθεί ο νομός Θεσσαλονίκης με ποσοστό 12,4%, ενώ ισχυρή παρουσία καταγράφει και η Λάρισα με 6,8%. Πάτρα και Κρήτη ακολουθούν με μερίδια 4% και 3% αντίστοιχα.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας αγοράς που εξακολουθεί να αναπτύσσεται, αλλά ταυτόχρονα καλείται να διαχειριστεί τις συνέπειες του πληθωρισμού, την ένταση του ανταγωνισμού και την εξάρτησή της από ένα μοντέλο ταχείας επέκτασης μέσω franchise.



