Η κατοικία εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της ελληνικής κτηματαγοράς, ενώ τα παλαιότερα ακίνητα διατηρούν σαφές προβάδισμα στις αγοραπωλησίες. Παρά την ανάκαμψη της οικοδομικής δραστηριότητας τα τελευταία χρόνια και την ανάπτυξη νέων οικιστικών έργων σε αρκετές περιοχές της χώρας, το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών εξακολουθεί να αφορά κατοικίες που έχουν κατασκευαστεί πριν από δύο ή και περισσότερες δεκαετίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της RE/MAX Ελλάς για το 2025, το 74,8% των αγοραπωλησιών αφορούσε κατοικίες, επιβεβαιώνοντας ότι η συγκεκριμένη κατηγορία παραμένει με διαφορά η σημαντικότερη στην αγορά. Τα οικόπεδα ακολούθησαν με ποσοστό 14,3%, ενώ τα αγροτεμάχια και τα επαγγελματικά ακίνητα αντιπροσώπευσαν το 5,8% και το 5,1% των συναλλαγών αντίστοιχα.
Περισσότερες από τρεις στις τέσσερις κατοικίες που πωλήθηκαν το 2025 ήταν ηλικίας άνω των 20 ετών, καθώς η συγκεκριμένη κατηγορία αντιστοιχεί στο 75,6% των συναλλαγών. Αντίθετα, οι νεόδμητες κατοικίες ηλικίας έως πέντε ετών περιορίστηκαν στο 12,3%, ενώ τα ακίνητα ηλικίας 16 έως 20 ετών κάλυψαν το 9,8% των πωλήσεων. Οι κατοικίες ηλικίας 6 έως 15 ετών κατέλαβαν ακόμη μικρότερο μερίδιο.
Τα ευρήματα δεν διαφοροποιούνται και στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας. Στην Αττική, οι κατοικίες αντιπροσώπευσαν το 85,3% των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν μέσω του δικτύου της RE/MAX, ενώ το 86,2% των κατοικιών που πωλήθηκαν ήταν ηλικίας άνω των 20 ετών. Τα νεόδμητα ακίνητα περιορίστηκαν μόλις στο 3,3% των πωλήσεων, γεγονός που δείχνει πόσο περιορισμένη παραμένει η συμμετοχή των νέων κατοικιών στις συναλλαγές της μεγαλύτερης αγοράς ακινήτων της χώρας.
Παρόμοια είναι η εικόνα και στη Θεσσαλονίκη. Οι κατοικίες κάλυψαν το 87,4% των αγοραπωλησιών, ενώ το 87% όσων πωλήθηκαν ήταν ηλικίας άνω των 20 ετών. Τα νεόδμητα ακίνητα περιορίστηκαν μόλις στο 2% των συναλλαγών, ποσοστό ακόμη χαμηλότερο από εκείνο της Αττικής.
Διαφορετικά χαρακτηριστικά εμφανίζει η υπόλοιπη Ελλάδα. Αν και οι κατοικίες παραμένουν η κυρίαρχη κατηγορία ακινήτων με ποσοστό 69,4%, τα οικόπεδα καταλαμβάνουν μεγαλύτερο μερίδιο σε σχέση με την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, φθάνοντας το 18,3% των συναλλαγών. Τα αγροτεμάχια αντιστοιχούν στο 8,5% των πωλήσεων, ενώ το ποσοστό των νεόδμητων κατοικιών διαμορφώνεται στο 17,9%, σημαντικά υψηλότερα από τα επίπεδα που καταγράφονται στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα. Η μεγαλύτερη διαθεσιμότητα γης και η ανάπτυξη νέων οικιστικών έργων σε αρκετές περιοχές της χώρας συμβάλλουν σε αυτή τη διαφοροποίηση.
Το γεγονός ότι περισσότερες από τρεις στις τέσσερις κατοικίες που πωλήθηκαν το 2025 ήταν ηλικίας άνω των 20 ετών συνδέεται με ευρύτερες προκλήσεις που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η ελληνική αγορά κατοικίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει στην τελευταία της έκθεση για την Ελλάδα ότι η προσιτή στέγη εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο για μεγάλο μέρος των νοικοκυριών, καθώς η αγορά επηρεάζεται από ανισορροπίες που συσσωρεύτηκαν κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Επιτροπής, το μεγάλο ποσοστό παλαιών και ενεργειακά αναποτελεσματικών κατοικιών, η περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα που ακολούθησε την οικονομική κρίση και η αδυναμία της προσφοράς νέων ακινήτων να συμβαδίσει με τη ζήτηση έχουν δημιουργήσει συνθήκες πίεσης στην αγορά. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου η συγκέντρωση οικονομικής δραστηριότητας, η αυξημένη ζήτηση για κατοικία και η περιορισμένη διαθεσιμότητα ακινήτων ασκούν πρόσθετες πιέσεις στις τιμές.
Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση, καθώς σημαντικό μέρος των νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες. Οι πιέσεις αυτές δεν αφορούν μόνο τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, αλλά επεκτείνονται και σε τμήματα της μεσαίας τάξης, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου τα ενοίκια και οι τιμές αγοράς κατοικιών αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό από τα εισοδήματα.
Επιπρόσθετα, η ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων σε ορισμένες περιοχές, σε συνδυασμό με τον περιορισμένο αριθμό νέων κατοικιών που εισέρχονται στην αγορά, έχει μειώσει τη διαθεσιμότητα ακινήτων για μακροχρόνια μίσθωση. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά όπου η προσφορά δυσκολεύεται να καλύψει τη ζήτηση, διατηρώντας τις τιμές και τα ενοίκια σε υψηλά επίπεδα.
Υπό αυτό το πρίσμα, το γεγονός ότι περισσότερες από τρεις στις τέσσερις κατοικίες που πωλήθηκαν το 2025 ήταν ηλικίας άνω των 20 ετών δεν αποτελεί απλώς ένα στατιστικό στοιχείο για τη σύνθεση των συναλλαγών. Αποτελεί ένδειξη του βαθμού στον οποίο η ελληνική αγορά εξακολουθεί να βασίζεται σε ένα γερασμένο οικιστικό απόθεμα, την ώρα που η ανάγκη για περισσότερες, σύγχρονες και ενεργειακά αποδοτικές κατοικίες γίνεται πιο έντονη.



